Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Shii - Dahi.


Aγαπημπέντο μπου ημπερολόγιο... : (

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Fakes.

Όταν ήμουν μικρή σιχαινόμουν τις φακές. Γυρνούσα από το σχολείο, χειμώνα καιρό, με το κρύο να μου τρυπάει τα κόκαλα , πεινασμένη αφάνταστα και με μια αίσθηση προσμονής του "ποιός ξέρει τι θα φάμε σήμερα...". Μπορούσα να περιμένω χίλια δυό πράγματα, αλλά στο άκουσμα ορισμένων φαγητών - βλέπε φακές, ήταν δεδομένο ότι η αντίδραση μου ήταν να κάνω μεταβολή και να πάω στο δωμάτιο μου, δηλώνοντας ότι "εγώ, δεν θα φάω σήμερα". Δεν είχε απολύτως κανένα νόημα να αρχίσω να χτυπιέμαι ότι δεν μου αρέσουν οι φακές και θέλω άλλο φαγητό, όπως και για τους δικούς μου δεν είχε νόημα να προσπαθήσουν είτε με το καλό είτε με το άγριο να πιέσουν το κακομαθημένο κοριτσάκι τους να φάει τις φακές του... Καρατσεκαρισμένο. Το να μείνω νηστική ήταν ο πλέον ανώδυνος και αποτελεσματικός τρόπος να δείξω τις όποιες ενστάσεις μου.
Άλλη μια τέτοια μέρα, - μίζερη μέρα της μαρμότας, γύρισα από το σχολείο για να ακούσω δια στόματος πατρός ότι σήμερα είχαμε λέει, "γαλλική σούπα".Η φαντασία μου άρχισε να εξάπτεται. Μπροστά μου ήρθε και προσγειώθηκε ένα πιάτο με ένα πηχτό μάλλον υγρό καφε - πορτοκαλί χρώματος και με ένα άρωμα που έσπαγε μύτες. Κρύωνα κιόλας, δεν χρειαζόμουν άλλα επιχειρρήματα, εντός λεπτών το είχα εξαφανίσει και ήθελα κι άλλο. Και μόνο μετά από αυτό το δεύτερο πιάτο, κι ενώ είχα φαγωθεί να μάθω τι ήταν αυτή η τρομερή γαλλική σούπα, ο φάδερ με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ύφος άφατης ικανοποιήσης μού ομολόγησε ότι ήταν φακές φυσικά. Αλεσμένες. Εννοείται ότι μου έπεσε το σαγόνι.

Εννοείται επίσης ότι από τούδε και στο εξής, το "φακές" δεν ισοδυναμούσε με απεργία πείνας...

Σήμερα, κάτι μέρες σαν τη σημερινή, που κάνει δυνατό κρύο, οι φακές είναι το μόνο φαγητό που πραγματικά λαχταράω. Με το καιρό όμως, ανέπτυξα μια δική μου βέρσιον για φακή και από αρκετά crush test που έκανα μεταξύ φίλων, πιστεύω ότι κάνει αυτό το ταπεινό όσπριο να παίρνει τη ρεβάνς σε επίπεδο γαστρονομίας...
Ιδού πως έχει το ξόρκι: Ψιλοκόβετε ένα μεγάλο κρεμμύδι και 4 -5 κολοκυθάκια μετρίου μεγέθους. Κόβετε επίσης στα 4 μια καλή δόση από μικρά λευκά μανιτάρια. Σωτάρετε στη κατσαρόλα τα κρεμμύδια μαζί με 2 κουταλιές της σούπας garam massala, 1μιση κουταλάκι curry madras, μισό κουταλάκι κύμινο και 3 φύλλα δάφνης. Προσθέστε κολοκύθια, μανιτάρια και τις φακές (που προηγουμένως τις έχετε μουλιάσει από βραδίς και τους έχετε ρίξει και ένα βράσιμο να έρθουν στα ίσια τους). Ρίχνετε νερό τόσο ώστε να σκεπάζει τις φακές και λίγο παραπάνω. Προσθέστε αρκετό αλάτι, 2 κουταλιές ντοματοπελτέ, και προαιρετικά ένα κύβο ζωμού κότας. Αφού πάρει μια πρώτη βράση, κατεβάστε τη φωτιά και αφήστε το να σιγοβράσει μέχρι να σωθεί λίγο το νερό και να πήξει η σούπα.

Δοκιμάστε την καυτή σε ένα μεγάλο μπωλ προσθέτοντας μια γερή κουταλιά στραγγιστό γιαούρτι στη μέση, (αλλά μην το ανακατέψετε, αφήστε το να δημιουργεί έναν υπέροχο γευστικό αντιπερισπασμό, κάθε φορά που το κουτάλι σας περνάει από κοντά του). Θα σας ανοίξει τη μύτη και θα σας ζεστάνει...;)


Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

How Odd Mr. Nerdrum...!



O Odd Nerdrum, είναι ένας Νορβηγός που ζωγραφίζει σαν τους παλιούς δασκάλους. Είναι αρκετά γνωστός στους χώρους της Τέχνης μολονότι το όνομα του δεν είναι από τα πιο ηχηρά. Αν όμως δεις ζωγραφική του, νομίζω ότι δύσκολα τον ξεχνάς.

Ο "παράξενος" Nerdrum σχηματίζει έναν γοητευτικά νοσηρό κόσμο, στο περιβάλλον ενός ονειρικού Μεσαίωνα. Είναι κάπως σκοτεινός, κάπως gothic, εσκεμμένα απόκοσμος, γεμάτος μεταφυσικά στοιχεία και συμβολισμούς. Σκεπτόμενη Νerdrum μου έρχονται στο μυαλό πράγματα όπως "μαγεία", "πανούκλα", "σημεια των καιρών", κλπ ανατριχιαστικά.
Δεν με πολυενοχλεί γιατί μ' αρέσει η δουλειά του, αν και καταφανώς δεν είναι ο καταλληλότερος καλλιτέχνης να βάλεις στη τραπεζαρία. Το βλέμμα σου δεν μπορεί να ακουμπήσει με νωχέλεια πάνω του ενώ μηρυκάζεις απολαυστικά ακόμα και το πιο φίνο των εδεσμάτων. Στη καλύτερη περίπτωση, το λιγότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να πάθεις μια δυσπεψία.


Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη δουλειά του kitsch και πιστεύει ότι θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται σαν kitsch καλλιτέχνης παρά ζωγράφος, αν και η έννοια του kitsch όπως τη χρησιμοποιεί αναφέρεται κυρίως στη τάση να θεωρείται πλέον ξεπερασμένη η ακαδημαική ζωγραφική, παρά σε αυτό που γενικότερα σημαίνει, δηλαδή το κακό γούστο.
Στα πλαίσια αυτής της άποψης έγραψε το "Μανιφέστο του Kitsch", βάσει του οποίου ο αντικειμενικός σκοπός του καλλιτέχνη δεν είναι η αυθεντικότητα αλλά η ένταση και η δυνατότητα να κάνει κανείς ζωγραφική που να είναι όσο το δυνατόν πιο άρτια ακαδημαικά. Μολονότι οι τεχνοκριτικοί και οι γκαλερίστες θα διαφωνούσαν μαζί του, τόσο για τις απόψεις του περί της δουλειάς του , όσο και για κείνες γενικότερα περί Τέχνης, αυτό δεν εμπόδισε τη δημιουργία ενός ας πούμε "ρεύματος" που ενστερνίζεται την ίδια φιλοσοφία, στο οποίο οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν προβάλλουν τη δουλειά τους σ' έναν ιστότοπο με το όνομα world wide kitsch.
Αν και γενικότερα δεν μου αρέσουν οι κατηγοριοποιήσεις ή το καπέλωμα της τέχνης κάτω από μία ομπρέλα, μ' αρέσει ο κόσμος που έχει φτιάξει, παραδέχομαι όμως επίσης ότι επειδή είναι τοξικός, θέλει ελεγχόμενες δόσεις... Πού και που ομολογώ ότι πετάγομαι μέχρι το δικτυακό του σπίτι, να πάρω μερικές εισπνοές.



Μια απλή αναφορά του ονόματος του σε μια μηχανή αναζήτησης, οδηγεί αμέσως στο site του, όπου μετάξυ των έργων του, βρίσκει κανείς και το περίφημο μανιφέστο και στα links τoν ιστότοπο των "αδελφών" καλλιτεχνών.
Αν όμως βαριέσαι να ψάχνεις...:www.nerdrum.com/

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Βυσσινάκι κανείς?

Kερασμένη...; )

Pagan.


Την είχα μήνες να περιμένει πάνω στη πινακίδα μου, από κάτι σεμινάρια εικονογράφησης που έκανα πέρσι και που για διάφορους λόγους δεν ολοκλήρωσα. Αυτην την εικόνα και μερικές ακόμα.
Υποτίθεται ότι εικονογραφεί μέρος ενός παραμυθιού του Oskar Wilde με τίτλο "Ο ψαράς και η ψυχή του". Υπέροχο παραμύθι αλλά ειλικρινά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να διαλέξω κάτι δυσκολότερο...

Τέλος πάντων χθες δεν ξέρω τι έγινε, λυπήθηκα την εικόνα ή λυπήθηκα εμένα πιο πολύ, πήρα τα μολύβια μου και τη τελείωσα.
Χάρηκα (για) λίγο.

Είναι όμορφο πράγμα να βγαίνει από τα χέρια σου κάτι. Απλά ενώ κάποιοι γίνονται χαρούμενοι απλώς επειδή έβγαλαν κάτι, ένα σχέδιο, ένα μουσικό κομμάτι, μια φωτογραφία, μία τάρτα,...κάποιοι άλλοι χρειάζονται πάντα κάτι παραπάνω. Το "κάτι" τους δεν είναι ποτέ τόσο καλό για να δικαιολογήσει τη χαρά τους. Τουλάχιστον όχι για πολύ. Μάλλον ανήκω σε αυτή, τη δεύτερη κατηγορία.

Θέλω πολύ να ζωγραφίσω αυτόν το καιρό. Μία δασκάλα που αγαπούσα πολύ, μου έλεγε: "η ζωγραφική πρέπει να σε τραβάει σαν εραστής". Αυτό το συναίσθημα όσες φορές το ένιωσα, δεν μπορούσα να το χορτάσω. Το πρόβλημα ήταν ότι ο δικός μου "εραστής", έκανε σκατά σεξ.
Έχω δύο καμβάδες στα σκαριά. Δεν είμαι σε θέση να πω πόσο χρόνο θα μου πάρουν για να ολοκληρωθούν, άν τελικά ολοκληρωθούν και οι δύο. Έχω και πολλούς ημιτελείς. Καμιά φορά τους βγάζω στην επιφάνεια, τους κοιτάω. Καταλήγω σε δύο, άντε τρεις βία, που θα άξιζε ίσως να ολοκληρώσω. Όταν μπαίνω στη διαδικασία να σκεφτώ το "πως", με πιάνει απελπισία. Νιώθω ότι δεν μπορώ να τους συνεχίσω, μόνο και μόνο γιατί δεν είμαι πλέον αυτή που ήμουν όταν τους ξεκίνησα...

Ο καημός μου είναι ότι ξέρω σχέδιο, αλλά από ζωγραφική μάλλον έχω παραμείνει μιά άξεστη. Τουλάχιστον, μία φορά στις τόσες βγάζω κάτι που για λίγες μέρες με κάνει χαρούμενη.

Να μη πω ψέματα... Στο να τελειώσει κι αυτή η "ζουγραφιά", βοηθήσαν και οι καινούργιοι μπλογκοφίλοι. :)



Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Απόψεις

Προχθές πήγαμε με τον Φοίβο και τον Γιόννεκ στου Βλάσση για φαί. Αρχίσαμε τα - τι άλλο?- περί φωτογραφίας.

Ο Γιόννεκ μας έλεγε για τις εμπειρίες του στην Ινδία και για το τι σκεφτόταν να κάνει με αυτή την απίστευτη δουλειά που έβγαλε εκεί. Συνεχίσαμε να μιλάμε για το Μagnum και για το πώς ο Οικονομόπουλος από τότε που κατάφερε να μπει, δεν τράβηξε ούτε μια φωτογραφία της προκοπής, αλλά πήρε ένα βανάκι και οργανώνει σεμιναριακές εκδρομές. Και κάπως έτσι καταλήξαμε να μιλάμε όλο το βράδυ για τον Sebastioa Salgado.





Sebastioa Salgado - Ethiopia

Mε το που αναφέρθηκε το όνομα Salgado, έπεσε για λίγο μια σιωπή. Ακούστηκαν κάτι "εεε...", "χμμμ...." κλπ. Ναρκοπέδιο ενστάσεων. Μας αρέσει ο Salgado? Kαι τι σημαίνει μάς αρέσει?
Του Γιόννεκ του άρεσε: Καταπληκτική δουλειά Τρομερή ικανότητα να μεταμορφώνει τους εξαθλιωμένους αφρικανούς σε εξαυλωμένες φιγούρες αγίων. Υπέροχο φως. Και κάνει και φιλανθρωπίες. Έχει διαθέσει ούκ ολίγες φορές χρήματα σε δωρεές για τη βελτίωση της ζωής αυτών των ανθρώπων. Έχει ζήσει μαζί τους για δεκαετίες κάτω από αντίξοες συνθήκες, ακολουθώντας τους στο τρόπο ζωής τους, κάνοντας φωτορεπορτάζ, για να μπορέσει να φτάσει σ' αυτό το επίπεδο φωτογραφικά.

Ο Φοίβος δεν στάθηκε στο αν του αρέσει και τόσο ή όχι: Οκ, είναι καλός. Αλλού ήταν οι ενστάσεις. Σου λέει , δεν μπορεί αυτός να βγάζει εκατομμύρια πουλώντας τη φτώχεια και το πόνο αυτών των ανθρώπων για να κοσμούνται οι τοίχοι στις βίλες των πλουσίων! Ειλικρινά δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω γιατί πάντα κολλάει σχεδόν αντιδραστικά σε κάτι τέτοια... Τι είδους θέμα έχει μ' αυτό..., ταξικό κόμπλεξ, καταβολάδα κομμουνιστικής προπαγάνδας, ιδεολογικό μουλάρωμα, who knows, πάντως ο Salgado είναι ένας ανέντιμος εκμεταλλευτής γιατί κάνει τέχνη εις βάρος των φτωχών και των κατατρεγμένων. Κι ας κάνει και δωρεές για να εξιλεωθεί. Ο απατεώνας!

Εγώ δεν έχω ενστάσεις για τα χρήματα. Για την ακρίβεια το θεωρώ αστείο και υποκριτικό, να ενοχοποιούμε σαν κοινωνία οτιδήποτε σε ατομικό επίπεδο ποθούμε διακαώς. Όλοι αγαπάμε τα χρήματα. Τρελλαινόμαστε να έχουμε, να τα ξοδεύουμε, να τα κάνουμε ταξίδια, βιβλία, γκατζετάκια, σπίτια, ρούχα, πάρτυ, αυτοκίνητα, κότερα κλπ...Μακάρι να είχαμε πιο πολλά, λέμε. Αλλά το λέμε κρυφά. Γιατί στα φανερά, θεωρείται κακό, ανήθικο να αγαπάς τα χρήματα.

Φυσικά σαν κοινωνία αυτή τη τακτική δεν την ακολουθούμε μόνο για τα χρήματα. Το ίδιο κάνουμε για το σεξ. Το ίδιο κάνουμε για οτιδήποτε μας ευχαριστεί σε υλικό επίπεδο. Και αυτό το αντιφατικό συναίσθημα που έχουμε σαν κοινωνία, εκφράζεται τελικά στις επιλογές μας σε παγκόσμια κλίμακα.

Έτσι δεν διαθέτουμε χρήματα σε ευγενείς σκοπούς, όπως σε ιατρικές έρευνες για τη καταπολέμηση του καρκίνου, ή της φτώχειας, ή για τη προώθηση καλύτερης εκπαίδευσης, ή ποιότητας ζωής, γιατί δεν γίνεται να διαθέτεις κάτι τόσο βρώμικο όσο το χρήμα για κάτι με τόσο μεγάλη πνευματική αξία. Διαθέτουμε όμως πολλά χρήματα για να χτίσουμε καζίνο, ή να φτιάξουμε όπλα και πληρώνουμε αδρά το ξανθόμαλλο ρωσιδάκι που κάνει στριπτήζ, ή επενδύουμε εκατομμύρια για ένα μάτσο μαντράχαλους που ξέρουν να κλωτσάνε αριστοτεχνικά μια μπάλα.

Αλλά ξεφύγαμε. Και τελικώς ο Salgado καλά κάνει και βγάζει λεφτά από τη δουλειά του ο άνθρωπος. Πρέπει να λιμοκτονεί για να αποδείξει ότι είναι έντιμος?
Εγώ αλλού κολλάω ρε γαμώτο.

Δεν μπορώ να πω ότι τρελλαίνομαι με τη δουλειά του αισθητικά μιλώντας. Με πιάνει μια λιγωμάρα με όλη αυτή την μνημειώδη απεικόνιση, με όλη αυτή την αγιοποίηση. Παραδέχομαι όμως ότι είναι μάστορας. Ξέρει καλά να χειρίζεται τη φόρμα, ξέρει καλά το πως δουλεύει το φως. Είναι πολύ καλός σε αυτό που κάνει. Όμως αυτό που κάνει, δεν είναι μαχόμενη φωτοδημοσιογραφία. Είναι επαγγελματίας, αλλά δεν είναι φωτορεπόρτερ. Ούτε θέλει να είναι φωτορεπόρτερ. Είναι ο μόνος φωτογράφος στα χρονικά, που τον καλέσανε στο Μagnum, του δώσανε το ελεύθερο να κανει ό,τι γουστάρει και εκείνος έφυγε.

Γιατi ο Salgado θέλει να είναι Καλλιτέχνης ο άνθρωπος. Αυτό που κάνει, θέλει να λέγεται Τέχνη. Αυτό που κάνει επίσης, το πουλάει σαν Τέχνη, μέσα από διαδικασίες και κανάλια που σχετίζονται με το κόσμο της τέχνης, όχι του φωτορεπορτάζ.

Το πρόβλημα μου είναι ότι όταν κάνεις τέχνη, θέλοντας και μη, το κάνεις μέσα από διαδικασίες πολύ συγκεκριμένες. Και αν καταφέρνεις να βγάζεις αυτές τις φωτογραφίες που προκαλούν δέος με τόση συνέπεια επί τόσο καιρό, παρουσιάζοντας τόσο μεγάλο όγκο δουλειάς, δεν είναι καθόλου μα καθόλου τυχαίο. Οι φήμες που κυκλοφορούν για τον Salgado, δεν αφορούν στα λεφτά που βγάζει από τη δουλειά του. Αφορούν στο ότι τα θέματα που τραβάει, τα στήνει.
Και άλλο είναι να τραβάς τον λιμοκτονούντα, τον ζητιάνο, τον πληγωμένο, μέσα στην αναμπουμπούλα και στο χαμό, κι άλλο να τον βάλεις να σταθεί σε αυτό το σημείο, με αυτή τη στάση και αυτό το βλέμμα για να κάνεις το "κλικ". Άλλο είναι να τραβήξεις διακριτικά τη σωρό ενός ανθρώπου, κι άλλο να αντιμετωπίσεις τον νεκρό σαν still life μέχρι να σου πετύχει η φωτογραφία. Να τι με χαλάει στο Salgado.

Great Expectations

Γύρω στα 4 ανακάλυψα το Μολύβι. Το ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα και γίναμε αχώριστοι. Ζωγράφιζα συνέχεια. Συνέχεια. Στο σχολείο με μαλώνανε γιατί ζωγράφιζα αντί να προσέχω. Στο σπίτι μου δίνανε μολύβια για να ζωγραφίζω πιο πολύ, άσε που γλύτωνα τη τηλεόραση. Πήγαινα στο στούντιο του μπαμπά μου για να μυρίζω τα λάδια, τα μελάνια, να του ανακατεύω τα χαρτιά, τις πένες... Με άφηνε.

Ζωγράφιζα τσολιάδες, κάκτους, κοριτσάκια, σπίτια, ψάρια, ήλιους κ.λ.π. Ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι. Ο καιρός πέρναγε, εγώ ζωγράφιζα, μεγάλωνα και ζωγράφιζα. Έγινε σχετικά γρήγορα αντιληπτό, ότι τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία. Ήταν και το Μολύβι ερωτευμένο μαζί μου. Μεγάλες χαρές στο σπίτι. Η μαμά μου έκανε σα τρελή. Έδειχνε στο κύριο στο λεωφορείο, το σχέδιο που του έκανα ενώ αυτός κοιμόταν, όλη περηφάνεια. Πηγαίναμε στο μπαλέτο, τα ίδια. Εγώ εκεί, ζωγράφιζα.
Ο μπαμπάς δεν πολυμίλαγε, με άφηνε να ζωγραφίζω. Του έλεγα "δείξε μου" και απαντούσε "κάτσε να μεγαλώσεις λίγο". Του ξαναέλεγα "δείξε μου " και μου έλεγε "κοίτα τις αναλογίες". Μου έβαζε ένα κανατάκι και ένα ποτήρι και μου έλεγε "ζωγράφιζε". Μούτρωνα. Δέν μού' δειχνε. "Μόνη σου" μου έλεγε.
Μια μέρα με έπιασε με τσιγαρόχαρτο να ξεπατικώνω τον Ντόναλντ Ντακ. "Άμα το ξανακάνεις αυτό, θα σε τσακίσω!" μου είπε. "Μόνη σου! Δες τον και φτιάχτον." Μόνη μου. Ποτέ πια τσιγαρόχαρτα.

Μεγάλωνα και μαζί μου μεγάλωνε και η ζωγραφική. Πηγαίναμε σε εκθέσεις, σε γκαλερί, σε εργαστήρια, έπιανα φιλίες με 50χρονους γλύπτες, εγώ ακόμα στο δημοτικό. Μιλάγαμε για τέχνη, μου χάριζαν βιβλία. Mονογραφίες, αφίσες με υπογραφή, την "Ασκητική" του Καζαντζάκη. Αντί για Κοντορεβυθούλη, "Ασκητική" εγώ. Το έδεσα κόμπο. Θα γίνω ζωγράφος.

Πάει το δημοτικό. Πάει και το γυμνάσιο. Μπαίνω στην εφηβεία. Μετά από τόσα χρόνια σχέση με το μολύβι, είπαν οι δικοί μου, να με παντρέψουνε. Και ξεκινάω Φροντιστήρια. Για τη Καλών Τεχνών. Στα 15. Γύρναγα από το σχολείο στις τρεισήμιση (γιατί κάναμε και δύο έξτρα ώρες γαλλικά), διάβαζα μέχρι τις έξη, έπαιρνα δύο λεωφορεία για να πάω στη Κυψέλη, και 7 με 10, έκανα σχέδιο. Κάθε μέρα. Και τα Σάββατα το πρωί πού είχαμε γυμνό.
Έβγαλα το λύκειο μέσα στη καρβουνόσκονη, σε αυτό το μοτίβο. Όταν οι φίλες μου γαμπρίζανε, εγώ πιο πολύ έβλεπα τον Σκηπίωνα τον Αφρικανό παρά το αγόρι μου. Είχα μάθει απ' έξω τις αναλογίες του Ερμή και του Αντίοχου. Έβλεπα εφιάλτες ότι μου έβγαινε ίσια η μύτη της Υγείας. Ευτυχώς που είχα ξεκινήσει να καπνίζω και είχα μια παρηγοριά. Τρίτη λυκείου, η τάξη πήγε πενθήμερη στη Κύπρο. Αλλά όχι εγώ. Να χάσω πέντε μέρες σχέδιο? Και η Καλών Τεχνών?

Και έδωσα εξετάσεις. Όχι μία φορά. Τέσσερις φορές. Δεν μπήκα καμία φορά. Κι έτσι άλλαξα γραμμή πλεύσης και το γύρισα στις εφαρμοσμένες τέχνες. Βρέθηκα να σπουδάζω διακόσμηση σαν τον πατέρα μου (που στο μεταξύ χάθηκε)
Σταμάτησα να ζωγραφίζω από πείσμα. Μου έλειπε. Μετά από χρόνια και παζαρέματα, αποφάσισα ότι δεν χρειαζόμουν την έγκριση της ΑΣΚΤ για να ζωγραφίσω. Θα το έκανα και μόνη μου. Και μου μπήκε η υποψία ότι ίσως παραπήρα στα σοβαρά τον εαυτό μου.

Διαπίστωσα ότι από τα 15 και μετά, μεγάλωνα μαζί με το σχέδιο και όχι με τη ζωγραφική. Η ζωγραφική μου έμεινε εκεί, μεσοστρατίς, στην εφηβεία. Η σχεδιαστική μου δεινότητα αποστέγνωνε ό,τι έκανα. Για να ζωγραφίσω, έπρεπε να ξεχάσω το σχέδιο. Έπρεπε να απελευθερωθώ από την ανάγκη να είμαι σωστή.

Κάπου εκεί, λίγα χρόνια νωρίτερα, η φωτογραφική μου μηχανή έπαψε να είναι για να μαζεύω μόνο σουβενίρ και άρχισε να μου μιλάει. Εξακολουθεί να μου προκαλεί έκπληξη το πόσο άνετα και γρήγορα, το πόσο εύκολα και πόσο αυθόρμητα, έμαθα να της μιλάω κι εγώ.

Κατάλαβα πως για να ενηλικιωθώ ζωγραφικά, πρέπει να θυμηθώ πως ήμουν παιδί. Αντί να περιμένω από τον εαυτό μου τον ουρανό με τ' άστρα, έπρεπε να θυμηθώ πώς είναι να παίζεις, όπως τα παιδιά, εντελώς αδιάφορα για το τι σκέφτονται οι άλλοι για τα παιχνίδια τους, εντελώς απορροφημένα απο το να αντλούν ευχαρίστηση παίζοντας. Εκεί είμαι τώρα. Σαν να κάνω φροντιστήρια ξένων γλωσσών, ένα πράγμα, για να ξεσκονίσω μια γλώσσα που έπαψα να μιλάω από χρόνια.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

απλώς ερασιτέχνις.


Εχθές τράβηξα αυτή τη φωτογραφία. Έχω καιρό να παίξω με τη μηχανή μου και να μην είναι στα πλαίσια της δουλειάς.
Ομολογώ με ελαφρά θλίψη, ότι από τότε που έκανα τη φωτογραφία επάγγελμα, έπαψα να τραβάω φωτογραφίες. (!) Για την ακρίβεια, έπαψα να τραβάω για Μένα, φωτογραφίες που με ικανοποιούν.

Οι "polaroid" μου ανήκουν σε αυτή τη κατηγορία, όμως παραείναι εικαστικές, καλύπτοντας μου την ανάγκη, να αντικαταστήσω με κάτι άλλο, την επιθυμία μου (τη μπλοκαρισμένη) να ζωγραφίσω. Νοσταλγώ την εποχή που έκανα πραγματική φωτογραφία στο δρόμο με τον ενθουσιασμό και τη ζέση του νεοφώτιστου, - με χαρά με πιάνω τελευταία να επιθυμώ μια βόλτα στον Εθνικό Κήπο ή στο Αρχαιολογικό Μουσείο για να φωτογραφίσω ξανά και όχι με τη ψηφιακή, αλλά με πραγματικό ασπρόμαυρο φιλμ.

Η έννοια του Ερασιτέχνη είναι τρομερά παρεξηγημένη γιατί πνίγεται στη ροή του καθημερινού λόγου. Ξεχνάμε ότι ο ερασιτέχνης είναι αυτός πού εράται (αγαπά) τη Τέχνη. Έτσι εξ'ορισμού, ο ερασιτέχνης είναι πολύ σοβαρός σε αυτό που κάνει. Δεν αγαπάς τη Τέχνη αν αυτή δεν σου μιλάει μέσα σου (στην όποια δική σου γλώσσα). Με τον τρόπο του τη καταλαβαίνει. Καλύτερα, τη νοιώθει. Κι έτσι ό,τι κάνει ερασιτεχνικά, το κάνει με πάθος.

Είναι λίγο κρίμα που αυτή η λέξη χάνεται εν συγκρίσει με το τι σημαίνει στη καθομιλουμένη: το αντίθετο του Επαγγελματία. (Ο οποίος πολλές φορές βαριέται τη δουλειά του και τη κάνει πρόχειρα και γρήγορα, ακόμα κι αν είναι τόσο τυχερός όσο εγώ και την αγαπά, ειδικά αν πέσει πολλή και βρεθώ με πολλές εκατοντάδες φωτογραφίες προς επεξεργασία μπροστά στο χαζοκούτι ) Από την άλλη αισθάνομαι προνομιακά που θυμάμαι τη σημασία της λέξης αυτής, και ακόμη πιο προνομιακά αισθάνομαι που ποτέ δεν υπήρξα ποτέ χομπίστας, κάνοντας κάτι φιλολογικά, επειδή είναι "ευχάριστο και διασκεδαστικό", ή επειδή το κάνουν και οι φίλοι μου. Ομολογώ πάντως ότι αναγνωρίζω διαφορά και μεταξύ της ευγενούς τάξης των ερασιτεχνών με τους "χομπίστες". Είναι σα να συγκρίνεις το sushi με το σουβλάκι. Αυτό που για κάποιους εξευγενισμένους γευστικούς κάλυκες αποτελεί πανδαισία, για άλλους είναι άγευστο χαρτί, άσε που δεν σε χορταίνει.

Ίσως η ουσιαστική διαφορά έγκειται στο συστατικό του πάθους. Και τα πάθη προΰποθέτουν αρκετό ζόρι συνήθως, οπότε δεν τίθεται θέμα του άν τα κάνεις ευχάριστα ή όχι: Απλά δεν μπορείς να Μην τα κάνεις...
Από την άλλη μεριά ο χομπίστας είναι πάρα πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του και με τα αποτελέσματα αυτού που κάνει, είναι άρχοντας. Άμα αρχίσει να ζορίζεται βρίσκει κάτι άλλο, σιγά μη βάλουμε κι άλλους μπελάδες στο κεφάλι μας. Ο ερασιτέχνης πάλι, δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος. Όμως όσο δεν είναι ευχαριστημένος, τόσο πιο πολύ προσπαθεί και ξαναπροσπαθεί και επιμένει. Και το κάνει γιατί κατά βάθος ξέρει, ότι δεν μπορείς να κάνεις τέχνη. Κάνεις κάτι που αγαπάς πολύ και η ανταμοιβή σου, άν το κάνεις αρκετά καλά, θα είναι η Τέχνη να επισκεφτεί τα έργα σου.

Είμαι πολύ καλά όταν κάνω κάτι "ερασιτεχνικά". Όσες φορές κάνω κάτι "επαγγελματικά", το χάνω. Έτσι τη πάτησα με τη ζωγραφική και χρόνια τώρα προσπαθώ να ξεμπλοκάρω "καλλιτεχνικά". Όμως αυτή είναι μια μεγάλη και πονεμένη ιστορία, - ειπε, η δεσποινίς Τραβάτε με Κι ας Κλαίω. Κι έτσι κυκλικά, είμαι ανάμεσα στις δύο μου αγάπες: τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Και μόλις παραπαντρεύομαι τη μία, την απατάω με την άλλη.
Κι έτσι βρίσκομαι μπροστά στο κουτί του υπολογιστή, να επεξεργάζομαι τη φωτογραφία ενός κουτιού με ξυλομπογιές.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

intro...




Ο χειμώνας μου ήρθε κουτί. Είναι η εποχή που τα σποράκια κοιμούνται βαθιά στο χώμα, προστατευμένα από την αγκαλιά της μαμάς γης. Απ' έξω, όλα φαίνονται άδεια, έρημα και παγωμένα, ξεροβόρι, βροχές, κακό, ούτε ένα φύλλο, όμως στη πραγματικότητα είναι περίοδος κύησης. Και αναμονής.

Κι ενώ μοιάζει αυτή η αναμονή να είναι μέσα στην ακινησία, αυτό που συμβαίνει υπογείως είναι ένας απίστευτος αναβρασμός κινητικότητας και δράσης, εξελίξεων και αλλαγών.

Παράλληλα πρόκειται για μια περίοδο ευαισθησίας και ευαλωτότητας, δυσκολιών και ρίσκων. Γι' αυτό χρειάζεται ηρεμία και υπομονή και εμπιστοσύνη.
Και κυρίως να μη βάλεις το δάχτυλο στο χώμα για να δεις αν μεγαλώνει κανένα σποράκι από κάτω, αν θες να μεγαλώσει κάτι, οτιδήποτε.

Κάπως έτσι και με τη περίπτωση μου.
Οι μέρες μου είναι γκαστρωμένες. Κάτι ετοιμάζεται αλλά είναι νωρίς ακόμα για να πω με σιγουριά.
Πάντως διανύω περίοδο χρυσαλλίδας. Κι ως χρυσαλλίς, είμαι σε φάση μεταμόρφωσης, παράλληλα όμως είμαι και σε μια φάση άχαρη και δύσκολη, γι' αυτό κρύβομαι στο κουκούλι μου μέχρι να φτιαχτώ.

Κουκούλι, φωλιά, κουτί...

Σαν το κουτί που έχουμε πολλοί άντρες και γυναίκες. Εκείνο το περίεργο, το πάντα κλειστό, το γεμάτο μυστικά, χαρτάκια, προσωπικά σημειώματα, ραβασάκια, γράμματα ερωτικά, κάρτες με συνθηματικές ευχές, φωτογραφίες, εισιτήρια από παραστάσεις που πήγαμε με το αμόρε, κανένα ξεραμένο λουλουδάκι, κανένα χάρτινο καράβι ή άλλο οριγκάμι.
Οι εργένηδες το έχουν γενικώς κάπου στο σπίτι, συνήθως ανάμεσα στα βιβλία και τα cd's στο λίβινγκ ρουμ. Οι εργένισσες το κρύβουν στο πάτο της ντουλάπας, μαζί με τα φουστάνια τους. (Ο ψυχολόγος θα σας εξηγήσει ότι επειδή το θεωρούν προέκταση της ταυτότητας του σώματος τους, δεν θα μπορούσαν παρά να το βάλουν μαζί με τα υπόλοιπα ρούχα και αξεσουάρ.) Οι δεσμευμένοι το παίρνουν στο σπίτι που μετακομίζουν και το βάζουν στο πατάρι. Οι δεσμευμένες το "ξεχνάνε" στο παιδικό τους υπνοδωμάτιο.

Άλλοτε ένα κουτί είναι απλά ένα κουτί αποθήκευσης και προστασίας πραγμάτων. Ένας μέρος που ο φωτογράφος θα αποθηκεύσει τα αρνητικά του ταξινομημένα, ο σχεδιαστής τα προσχέδια και τα σκίτσα του, ο Κύρος Γρανάζης τα μικροεξαρτήματα, τις βίδες, τα παξιμάδια, τα εργαλεία του.
Αυτό είναι ένα κουτί αενάως εξελισσόμενο. Ανοίγει και κλείνει τακτικά. Καινούργια πράγματα προστίθενται, ενώ παλιά φεύγουν και μετακομίζουν αλλού, ή ξαναγυρνάνε πίσω και επανατακτοποιούνται.

Υπάρχουν επίσης και τα παιδικά κουτιά που έχουν μέσα τους παιχνίδια. Βόλους, αυτοκινητάκια, ζωάκια μινιατούρες, κραγιόνια, μαρκαδόρους, κέρματα και λοιπούς θησαυρούς της εποχής των πειρατών της αθωότητας.
Υπάρχουν κουτιά με γλυκίσματα, της "γιαγιάς" για τα κεράσματα, κουφέτα, σμάρτις, καραμέλες , σοκολατάκια "τζοκόντα", γεμιστά ή σκέτα, φρουί ζελέ σε διάφορα χρώματα κι αρώματα, μάρτζιπαν πλασμένα σε φρουτάκια με διαφορετικές γέυσεις.
Υπάρχουν και κουτιά με ραπτικά, κλωστές, βελόνες, δαχτυλίθρες για χειροτεχνίες και επισκευές.
Άλλα κουτιά έχουν μέσα χρώματα ζωγραφικής, σωληνάρια, μπουκαλάκια και βαζάκια, με σκόνες ή πάστες ή υγρά, που μυρίζουν νέφτι και τερεβινθίνη και άλλα διαλυτικά.

Όλα τους είναι όμορφα και όλα τους εκπέμπουν μια μαγεία, ψιθυρίζουν μυστικά, υπόσχονται πράγματα, διεγείρουν τη περιέργεια, τη φαντασία, φυλάνε το περιεχόμενο τους προστατευτικά σα κοιλίτσες γκαστρωμένες, υπενθυμίζουν...

Αυτό είναι ένα δικό μου.