Τρίτη, 17 Μάρτιος 2009
Τετάρτη, 12 Δεκέμβριος 2007
Έκτάκτως.
Η ιστορία αυτή ήρθε στα αυτιά μου σήμερα το μεσημέρι. Θεώρησα ότι θα έπρεπε να τη μοιραστώ εδώ μαζί σας.
Πρόκειται για έναν "καλλιτέχνη", τον Guillermo Vargas Habacuc. Ο άνθρωπος αυτός στο τελευταίο καλλιτεχνικό του πόνημα, αιχμαλώτισε ένα σκυλί του δρόμου, το έδεσε με ένα σχοινί μέσα σε μια γκαλερί στη Μανάγουα και το άφησε να πεθάνει από πείνα και δίψα, χαρακτηρίζοντας τη πράξη του αυτή ως "έργο τέχνης".
Ο εν λόγω "καλλιτέχνης", στα πλαίσια της ανάδειξης του έργου του αλλά προφανώς και στα πλαίσια του μοιράσματος νέων καλλιτεχνικών δρόμων, σκοπεύει να συμμετάσχει στην Μπιενάλλε του 2008 που διοργανώνεται στην Ονδούρα. Τώρα ετοιμάζεται μια διαδικτυακή διαμαρτυρία με σκοπό την απαγόρευση της συμμετοχής του εν λόγω ατόμου εκεί. Όποιος πιστεύει ότι αυτό είναι (το λιγότερο) που του αξίζει, μπορεί να υπογράψει εδώ.
Ολόκληρη η σχετική ανακοίνωση σχετικά με αυτή τη σαδιστική πράξη του, βρίσκεται εδώ
Πρόκειται για έναν "καλλιτέχνη", τον Guillermo Vargas Habacuc. Ο άνθρωπος αυτός στο τελευταίο καλλιτεχνικό του πόνημα, αιχμαλώτισε ένα σκυλί του δρόμου, το έδεσε με ένα σχοινί μέσα σε μια γκαλερί στη Μανάγουα και το άφησε να πεθάνει από πείνα και δίψα, χαρακτηρίζοντας τη πράξη του αυτή ως "έργο τέχνης".
Ο εν λόγω "καλλιτέχνης", στα πλαίσια της ανάδειξης του έργου του αλλά προφανώς και στα πλαίσια του μοιράσματος νέων καλλιτεχνικών δρόμων, σκοπεύει να συμμετάσχει στην Μπιενάλλε του 2008 που διοργανώνεται στην Ονδούρα. Τώρα ετοιμάζεται μια διαδικτυακή διαμαρτυρία με σκοπό την απαγόρευση της συμμετοχής του εν λόγω ατόμου εκεί. Όποιος πιστεύει ότι αυτό είναι (το λιγότερο) που του αξίζει, μπορεί να υπογράψει εδώ.
Ολόκληρη η σχετική ανακοίνωση σχετικά με αυτή τη σαδιστική πράξη του, βρίσκεται εδώ
Κυριακή, 9 Δεκέμβριος 2007
Βάθος Κήπος
Το σκεφτόμουν μέρες τώρα. Έχω κουραστεί από τους ανθρώπους στα κάδρα μου, από τη καταγραφή της ζωής. Θέλω λίγο να δω ανθρώπινη απουσία, να γευτώ τους αργούς ρυθμούς των πραγμάτων. Ξεκίνησα χθες (Σάββατο, οποία αντίφασις) για τον Εθνικό Κήπο. Περιπλανήθηκα κανένα δίωρο αποφεύγοντας επιμελώς τον κόσμο. "Περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ..."Φυσικά δεν τράβηξα τίποτα...
Η γλυκιά χαύνωση και χαλαρότητα που σου επιβάλλει το πράσινο γύρω σου, δεν βοηθάει στο να δεις πουθενά το φωτογραφικό γεγονός, ούτε κι αυτή η ίδια καταγράφεται στο φακό σου, που να χτυπιέσαι κάτω. Συμπέρασμα: Η χθεσινή βόλτα στον Εθνικό Κήπο δεν ήταν παρά μία μικρή μόνο γεύση από το τι πρόκειται να μου συμβεί στο άμεσο μέλλον. Αν θέλω να δω φωτογραφίες, πρέπει να πάω τόσες φορές που να τον σιχαθώ. Τότε θα υπάρχει ελπίς...
Για να κορέσω κάπως το αίσθημα της πείνας μου, μαγείρεψα όπως - όπως μια φωτογραφία και μου τη σέρβιρα... Ααα, ένα παιδάκι μπρούντζινο!
"Περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ..."
Πέμπτη, 6 Δεκέμβριος 2007
Delicioza
Αποφάσισα να περάσω από ένα crash test μια συνταγή για σούπα που μου άφησε περνώντας κάποια στιγμή ο Dim. Υποψιαζόμουν πως για κάτι καλό επρόκειτο, τη γεύση της την περίμενα ήδη, ωστόσο δεν μπορούσα να είμαι έτοιμη για το μικρό γαστρονομικό θαύμα που επετεύχθη...Η γεύση της πολύ πιο πλούσια τελικά από τις προσδοκίες μου, φτιαγμένη από συγχορδίες μεσογειακών μυρωδικών, μοιάζει να προέρχεται από ένα τσουκάλι κάπου στη Προβηγγία ή στη Τοσκάνη, η υφή της, αρκετά τραχιά, αν ήταν άγγιγμα θα προερχόταν από ένα χέρι δουλεμένο και πρακτικό που δεν στερείται όμως τρυφερότητας.
Αυτή δεν είναι μια σουπίτσα για "καθώς πρέπει" δείπνα, δεν είναι βελούδινη και ούσα χορταστική δεν κρατάει τα προσχήματα. Είναι μια σούπα για φίλους και αγαπημένους, όμως είναι μια σούπα μερακλού.
Αισθάνομαι ότι θα συνδυαζόταν θαύμα με ένα καλό λευκό φυμέ κρασάκι, ψωμί χωριάτικο και λίγο πατέ μοσχαρίσιο στο πλάι, μόνο και μόνο για να δροσίζει τους κάλυκες της γλώσσας πριν την επόμενη απολαυστική κουταλιά.
Παραθέτω το ξόρκι, όπως ακριβώς μου το μετέφερε ο Dim:
Tα υλικά:
• 1/2 φλιτζάνι φακές
• 3/4 φλιτζ. μικρό ζυμαρικό του γούστου σου
• 7 φλιτζ. τσαγιού
ζωμό λαχανικών
• 2-3 σκελίδες σκόρδο
• 1 κρεμμύδι
(ψιλοκομμένο)
• 1 κουτ. σούπας
πελτέ ντομάτας
• 2 κουτ. βούτυρο
• 1-2 κλωνάρια σέλινο
• 1 κλαδάκι δεντρολίβανο
• λίγη μαντζουράνα
ή θρούμπι
• ελαιόλαδο
• αλάτι, πιπέρι
• μερικά φύλλα
χειμωνιάτικου βασιλικού
Να πως και πως γίνεται:
Bράζεις τις φακές σε κατσαρόλα με 1 λίτρο περίπου νερό, 1 σκελίδα σκόρδο και λίγη μαντζουράνα ή θρούμπι, για 25 λεπτά ή μέχρι να μαλακώσουν. Τις βγάζεις από την κατσαρόλα και τις στραγγίζεις.
Σε άλλη κατσαρόλα, ζεσταίνεις λίγο ελαιόλαδο (2-3 κουταλιές) μαζί με 1 κουταλιά από το βούτυρο. Προσθέτεις το κρεμμύδι και το σοτάρεις για λίγο να μαραθεί. Λιώνεις το υπόλοιπο σκόρδο και το ρίχνετε στην κατσαρόλα. Προσθέτεις τον πελτέ αραιωμένο σε λίγο νερό, το ζωμό, τα αρωματικά και το αλατοπίπερο. Περιμένεις να πάρουν μια βράση, ρίχνεις τις φακές, χαμηλώνεις την ένταση της φωτιάς και τα αφήνεις να σιγοβράσουν για 10 λεπτά περίπου.
Στη συνέχεια, προσθέτεις τα ζυμαρικά, ανακατεύεις και τα αφήνεις να σιγοβράσουν για 7-8 λεπτά ή σύμφωνα με τις οδηγίες που θα βρείς στη συσκευασία τους. Τέλος, προσθέτεις το υπόλοιπο βούτυρο, δοκιμάζεις και, εάν χρειάζεται, προσθέτεις λίγο αλατοπίπερο.
Αποσύρεις τη σούπα από τη φωτιά και τη σερβίρεις σε βαθιά πιάτα. Εάν θέλεις, πασπαλίζεις με φυλλαράκια βασιλικού ή με κάποιο άλλο φρέσκο αρωματικό.
Κυριακή, 2 Δεκέμβριος 2007
Φωφώ
H αφορμή δώθηκε πριν λίγες μέρες από τα γραπτά της Ξανθίππης, που αποχαιρετούσε ένα/μία φίλο/η που έφευγε για την Αχερουσία.
Θυμάμαι τακτικά τους νεκρούς μου. Τους λικνίζω στη μνήμη μου σαν μωρά παιδιά... Τους αγαπάω κι ας μου λείπουν. Διαπίστωσα προσφάτως πως η πιο φρέσκια ταφή μα και η πιο ανάλαφρη ήταν εκείνη της γιαγιάς μου. Από τότε που πέθανε, πότε αλήθεια?- πριν κανά δύο χειμώνες μάλλον, δεν τη σκέφτηκα σχεδόν καθόλου.
Κατά περίεργη (δεν το πιστεύω τόσο αυτό το "περίεργη") σύμπτωση, πεθύμησα χαλβά να φάω, που άλλος αγαπημένος νεκρός είχε τη συνήθεια να φτιάχνει που και που. Κι έτσι έκανα μια απόπειρα να αναστήσω στη μνήμη μου αυτή την μισολησμονημένη, αλλά λαχταριστή γεύση. Τα κατάφερα.
Μετά είδα τη φωτογραφία του - ανάμνηση ότι τον φτιάξαμε και τον φάγαμε..., (αλήθεια, ξέρατε ότι στο παρελθόν, τότε που η φωτογραφία ήταν στα σπάργανα, η μοναδική φωτογραφία που είχε κανείς ήταν εκείνη στο νεκροκρέβατο του? Τώρα άσπλαχνα διώχνουν τον φωτογράφο από τις κηδείες, θέλοντας επί ματαίω να ξορκίσουν τι? - αλλά αυτή είναι άλλη κουβέντα)
Εϊδα τον χαλβά , παλιομοδίτη φορώντας γυάλινη πιατέλα σαν σεμέν, πάνω σε έναν εξίσου αρχαίο μπουφέ και θυμήθηκα έναν άλλον, εκείνον της γιαγιάς μου στο σπίτι της, που μόλις τον πλησίαζες σε έπαιρναν οι μυρωδιές και τα αρώματα, είχε ποτίσει το ξύλο μέχρι μέσα μαστίχα, ροδόνερο, βανίλια και ανάδυε γενναιόδωρα μέχρι τέλους αναμνήσεις από υποβρύχια μέσα σε παγωμένα νερά, σοροπιαστά Λιβάνου και σμυρνέικα κουλούρια... Σμυρναία η γιαγιά και μερακλού, αγαπούσε τα γλυκά και τα έκρυβε ακόμα κι από μας . Μας τα έδινε τελετουργικά με το σταγονόμετρο σε κάθε επίσκεψη, - δηλαδή κάθε μέρα, και μετά κλείδωνε ο μπουφές κι ας τον ανοίγαμε φορές κρυφά... ή άν όχι, κολλάγαμε τη μύτη στο τίμιο εκείνο ξύλο και εισπνέαμε σκέτη επιθυμία.
Η γιαγιά στη θύμηση της πάντα με συνοδεύει με συναισθήματα έντονα και αντικρουόμενα. Μέσα στο κεφάλι μου στη πάροδο του χρόνου, έχει γίνει δύο γιαγιάδες, ένα πλάσμα δισυπόστατο, μισή φώς, μισή ζόφος, έχοντας όμως αποκτήσει έτσι,- σαν "συγνώμμη αν σε πίκρανα", μια ιστορία συγκλονιστική ώς λένε, και είπα να τη μοιραστώ μαζί σας, σαν ένα δικό μου "αντίο" τώρα που είπα επιτέλους να ισιώσω τα στρωσίδια της στα φύλλα της καρδιάς μου...
Για πολλά χρόνια όσο ήμουν παιδί, η γιαγιά ήταν η γιαγιά και τελεία. Ένα πλάσμα απλό και υπέροχο. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Μου φαινόταν πανέμορφη, είχε μάτια γκρι γλυκά, μαλλιά λευκά πιασμένα σε ένα κότσο πίσω λίγο πιο ψηλά από τη βάση του κεφαλιού της, περπατούσε στραβά και κούτσαινε, αποτέλεσμα μιας πολυ άσχημης αρθρίτιδας που της είχε παραμορφώσει τα πόδια όπως ακριβώς θα ήταν μιας Κινέζας αριστοκράτισσας του περασμένου αιώνα, αλλά δεν της έλειπε η ταχύτητα, ούτε η επιδεξιότητα ειδικά όταν έπρεπε για κάποιο λόγο να μας κυνηγήσει.
Έβλεπα άλλες γιαγιάδες και ανατρίχιαζα, σκεφτόμουν πόσο τέλεια ήταν η δική μου γιαγιά και πόσο απίστευτα γκροτέσκες γριές φαντάζαν εκείνες. Η γιαγιά μου και το σπίτι της αποτελούσαν το μαγικό καταφύγιο της παιδικής μου ηλικίας. Μόνο εκεί ήμουν χαρούμενη κι ευτυχώς περνούσα πολλές ώρες κάθε μέρα εκεί.
Το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο μυρωδιές που θυμάμαι νοσταλγικά. Για τον ζαχαρωμένο μπουφέ είπαμε ήδη, αλλά υπήρχαν κι άλλα μέρη που μπορούσαν εξίσου να σε μαγέψουν. Η ντουλάπα της... Όχι ότι έκρυβε καμιά τρομερή ποικιλία από ρούχα, όμως η μυρωδιά της ..., ώωωω, ήταν τόσο υπέροχη! Το λογικό μου μέρος παρεμβάλλεται θυμίζοντας μου ότι η μυρωδιά της ντουλάπας αυτής, ήταν τυπικά γιαγιαδίστική μυρωδιά, η μυρωδιά που έχουν τα ρούχα μιας καθαρής γριάς, αλλά όχι. Αρνούμαι να το πιστέψω. Η μυρωδιά αυτή αποτελείτο απο οσμές - σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Βάλε με το νού σου: Λεβάντα σε συνδυασμό με ταλκ σε συνδυασμό με κολώνια "Μυρτώ" με άρωμα λεμόνι.... Όποτε είχαμε λυσσομανήσει στο παιχνίδι και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, ήταν πάντα μια καλή στιγμή να πάω στη γιαγιά και να της ζητήσω να μου βάλει λίγο ταλκ, "για να μη κρυώσω" ήταν η δικαιολογία που πάντα έπιανε. Και άλλες μέρες που φτάναμε σπίτι της εγώ και η αδελφή μου φρεσκοπλυμένες και χτενισμένες, λίγο δηλαδή πριν γίνουμε ξανά χάλια, πάντα ζητάγαμε όχι πιστεύω απο κοκεταρία, λίγη "Μυρτώ" πίσω από το αυτί.
Τέλος, ήταν η κουζίνα. Τα ντουλάπια της κρύβαν θησαυρούς. Αναρωτιόμουν γιατί στο σπίτι μας δεν είχαμε τόσο όμορφα δαντελωτά πιάτα σαν της γιαγιάς αλλά είχαμε κάτι άθλια "Ιωνία" με πορτοκαλί και πράσινα σχέδια, τόσο πολύ 70's, τόσο πολύ μοντέρνα και μίζερα μαζί... (Κάποια στιγμή θα τα φωτογραφίσω αυτά τα πιάτα και θα σας τα δείξω, ήταν τα μόνα λίγα πράγματα που κατάφερα να διασώσω προτού σαρωθούν όλα, σπίτι και γιαγιά, από τους χρόνους που ακολούθησαν. Ο χρόνος, αυτός ο κακός λύκος...)
Όλη η ουσία της μαγείας ερχόταν από τη κουζίνα, μια τρύπα βία μεγαλύτερη από δύο τετραγωνικά αποτελούμενη από έναν μαρμάρινο νεροχύτη διακοσμημένο με μωσαικό γύρω γύρω, και ένα εξίσου στολισμένο πάγκο στον οποίο η γιαγιά είχε τις εστίες του πετρογκάζ της. Ποτέ δεν κατάλαβα πως κατάφερνε μέσα σε αυτό το μέρος να φτιάχνει τα διάφορα αριστουργήματα της που τα παρουσίαζε πάντα ταπεινά σκεπασμένα με αυτά τα δαντελωτά πιάτα, για να μη πάνε μύγες έλεγε... Κολοκυθοκεφτέδες, γιαλαντζί ντολμά, μπακαλιάρος - σκορδαλιά και η μεγάλη μας αδυναμία, αυγά τηγανητά με το κρόκο να έχει πάρει ένα χρώμα ροζ ονειρεμένο από το διαδοχικό λούσιμο με καυτό βούτυρο... Μόνο αυτή η γιαγιά μπορούσε να φτιάξει τόσο ωραία ροζ τον κρόκο ενός αυγού!
Η γιαγιά ήταν φτιαγμένη μέσα στο κεφάλι μου για να μας μεγαλώνει... Κατά κάποιο τρόπο κατάλαβα αργότερα ότι αυτό δεν ήταν εντελώς λάθος, αν και όχι χωρίς τίμημα.
Πάντως μέχρι να μεγαλώσω αρκετά η γιαγιά ήταν τυλιγμένη στην άχλη των αφελών μου εξηγήσεων για το κόσμο. Υπήρχε για να μου χαιδεύει τον αυχένα όταν ξάπλωνα στα πόδια της νυσταγμένη, για να με κοιμίζει, για να μου μαθαίνει "έλα βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε" και "Μπαρμπά - Γιάννη κανατά", για να μου λέει ιστορίες που αν κι έχω ξεχάσει, ξέρω ότι έχουν περάσει κάπου μέσα μου, για να μου δίνει βανίλια υποβρύχιο, για να με μαλώνει όταν ανέβαινα στη συκιά και να με απειλεί με τη βίτσα, (ποτέ δεν μας χτύπησε, μόνο λόγια ήταν), για να με πηγαίνει στα "αλογάκια", αυτά τα πλαστικά και πολύχρωμα που τους πετάς ένα κέρμα μέσα και κουνιούνται στο ρυθμό μιας ξεκούρδιστης και συνήθως κακόγουστης παιδικής μελωδίας.
Στο κήπο της παίζαμε με τα "κουζινικά" μας, μαγειρεύοντας συνήθως γυμνοσάλιαγκες πλακί με σάλτσα από λάσπη κι άλλες σπεσιαλιτέ. Στο κήπο της λυσσάγαμε κι εκείνη φώναζε ότι της ρημάζουμε τις πορτοκαλίες. Εκεί έμαθα ποδήλατο. Εκεί έμαθα ρακέτες. Εκεί σπρωχνόμουν και καυγάδιζα με τη μεγαλύτερη ξαδέλφη μου το προνόμιο της οποίας ήταν το να εκτείνει την επικράτεια της και στα γύρω τετράγωνα της γειτονιάς, παίζοντας με άλλα παιδάκια, ενώ εγώ ακόμα ήμουν πολύ μικρή για τέτοια.

Δεν είμαι βέβαιη για το πότε άρχισε να παρεισφρύει στη συνείδηση μου η άλλη πλευρά της γιαγιάς, εκείνη που δεν ήξερα.
Υπήρχαν καταστάσεις που δεν μπορούσα να εξηγήσω όπως η επίμονη αντιπάθεια κάποιων μελών της οικογένειας απέναντι της. Ακούγονταν μισόλογα πολύπλοκα που αποσιωπούνταν όταν προσπαθούσα να τα ξεδιαλύνω, αλλά υπήρχαν και εκείνα τα παρατσούκλια που είχαν κολλήσει στη γιαγιά, η μεγάλη αδελφή του πατέρα μου, αλλά και ο ξάδελφος μου, γιος της μικρότερης αδελφής του...
Η μεν αναφερόταν στη γιαγιά ως "ο Φαραώ". Ερχόταν στην Ελλάδα από το Σύδνευ όπου διέμενε, άναβε ένα απο εκείνα τα μακριά τσιγάρα της , σταύρωνε τα μακριά πόδια της, ωραία γυναίκα η θεία, και έλεγε ενώ τα μαύρα της γυαλιά μου κρύβανε την έκφραση του βλέμματος της: "Τι κάνει ο Φαραώ?" Δεν καταλάβαινα αρχικά ποιός ήταν αυτός ο Φαραώ, και όταν κατάλαβα νόμιζα ότι ήταν μόνο ένα αστείο που σκόπευε στην ηλικία της γιαγιάς. Δεν μπορούσα τότε να ξέρω ότι έθιγε την ιδιότητα της γιαγιάς ως χειραγωγού και ενορχηστρωτή των πάντων στην οικογένεια του πατέρα μου.
Ο δε, φώναζε τη γιαγιά "Τιτίκα" και αυτό βασικά ήταν αρκετό για να την κάνει έξαλλη άμα της το λέγαν. Το "Τιτίκα" ήταν εμπνευσμένο από την ομώνυμη ηρωίδα των Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ και σατύριζε τη τάση της γιαγιάς να παρουσιάζει τον εαυτό της σαν ένα θύμα της ζωής που άγιασε... Πολύ σοβαρά κάποιες φορές, ισχυριζόταν ότι άκουγε φωνές σαν την Ζαν ντ' Άρκ, έβλεπε οράματα με τη Παναγία όπου συνομιλούσε μαζί της, κ.λ.π., και αναφερόταν στο άτομο της ως "η φτωχή εγώ", "η δούλη Σου" κι άλλα τέτοια παθητικά που αργότερα με κάναν να μπερδεύω τη χριστιανική ταπεινοφροσύνη με την σαδομαζοχιστική λαγνεία... Επειδή το συνηθισμένο της ύφος άλλαζε εντελώς χροιά όταν αναφερόταν σε τέτοια περιστατικά, η φωνή της βάθαινε κι έκανε χειρονομίες μιμούμενες μια μεγαλοπρέπεια, εγώ τη κοίταζα σα χαζή και αναρωτιόμουν αν είναι πράγματι καλά, αν ακούω μια συνηθισμένη ιστορία σα τη Κοκκινοσκουφίτσα, ή ν' ανησυχήσω και να φωνάξω τον μπαμπά?
Με το "Τιτίκα" όλα αυτά εξηγήθηκαν εύκολα και θυμάμαι πόσο άστοργα εμείς τα παιδιά, χοροπηδάγαμε γύρω της φωνάζοντας "Τιτίκα, Τιτίκα", εξαγριώνοντας την χωρίς να είμαστε σε θέση να καταλάβουμε πώς αυτό που για εμάς ήταν παιχνίδι για εκείνη ήταν προσβολή...
Συν τω χρόνω, αλλεπάλληλες και σοκαριστικές επιγνώσεις σχετικά με τη γιαγιά, εμφανίζονταν ως κεραυνός εν αιθρία μέσα από εντελώς φυσικές δηλώσεις άλλων προσώπων, όπως η μητέρα μου αλλά και ο πατέρας μου. Ένα θέμα που με τρομοκρατούσε φερ' ειπείν ήταν το ενδεχόμενο του θανάτου της. Επειδή τη λάτρευα, η ιδέα ότι θα μας πάθει κάτι με κρατούσε ξάγρυπνη τη νύχτα και κάποια στιγμή, ρώτησα τη μάνα μου, αν θα θάψουμε τη γιαγιά μαζί με το παπού στον τάφο μας, για να πάρω την εντελώς απροσδόκητη απάντηση ότι δυστυχώς κάτι τέτοιο είναι αδύνατο γιατί η γιαγιά στη πραγματικότητα είναι μία ξένη.
Η σιωπή που ακολούθησε μέσα μου και η σύγχυση, μεγάλωσε περισσότερο την άλλη μέρα που ρώτησα τον πατέρα μου τι σημαίνει, η γιαγιά είναι ξένη. Πολύ φυσικά, σαν να μιλούσε για τον καιρό, ο πατέρας μου εξήγησε ότι η γιαγιά δεν είναι η φυσική του μάνα, ότι η φυσική του μάνα πέθανε στη γέννα και πως η γιαγιά ήταν μια γυναίκα που η κανονική γιαγιά εμπιστεύθηκε για να αφήσει τη κηδεμονία των παιδιών της... Όμως σε ακόλουθη ερώτηση έμαθα πως ούτε θετή μάνα ήταν η γιαγιά. Δεν υπήρχε ποτέ κάτι που να την αναγνωρίζει σαν νόμιμο κηδεμόνα, ούτε και είχε παντρευτεί τον παππού για να θεωρηθεί "δανεική μαμά", μητριά...Άρα γιατί ο πατέρας μου και η θεία μου τη λέγανε μαμά? "Επειδή μας μεγάλωσε" δεν ήταν αρκετό σαν εξήγηση για μένα ούτε και τότε.
Πως μια ξένη γυναίκα μεγαλώνει σαν δικά της τρία παιδιά μιας άλλης, ενώ αρνείται τη πιθανότητα να φέρει στο κόσμο δικά της παιδιά? Ήταν αγία η γιαγιά?
Η ίδια πάντα τόνιζε τη σημασία της εμπιστοσύνης που της έδειξε η Κικίτσα, η θανούσα στο τοκετό γιαγιά. Επίσης έλεγε ότι την αγαπούσε πολύ αυτή και τα παιδιά, και τα λυπήθηκε που θα μέναν μόνα τους κι έτσι τα πήρε να τα μεγαλώσει....
Η μητέρα μου από την άλλη μεριά, έλεγε ότι τα πήρε γιατί ήταν μια άσχημη υπηρέτρια, χωρίς ελπίδα να βρεθεί εγκαίρως κάποιος για αυτήν και βέβαια γιατί έτσι ασφάλιζε τη θέση της μέσα στο σχετικά ευκατάστατο σπίτι του παππού.
Τα πολλά εκκρεμή ερωτηματικά τα ανέλαβε ο χρόνος και οι περιστάσεις... Όπως το γιατί η Λιλή, η μεγάλη αδελφή του πατέρα μου αντιπαθούσε τόσο σθεναρά τη γιαγιά. Η επίσημη εξήγηση ήταν ότι ήταν ήδη οχτώ όταν έχασε τη μαμά της και κάκιωσε που ήρθε μια ξένη γυναίκα να την υποκαταστήσει. Η ανεπίσημη ήταν διανθισμένη με διάφορες επιπλέον λεπτομέρειες που θέλαν τη γιαγιά να κυνηγάει τον παππού στους διαδρόμους του σπιτιού μέσα στη νύχτα, να τον αρπάζει από τις νυχτικιές και να τον σέρνει μέσα στο δωμάτιο της ενώ η θεία, μικρό κορίτσι που τυχαία σηκώθηκε από τους υπόκωφους θορύβους , παρακολουθούσε στα κρυφά.
Οι φωτογραφίες που βρήκα από τα νιάτα της γιαγιάς, επιβεβαίωναν τις δηλώσεις της μάνας μου. Η γιαγιά στα νιάτα της, ήταν ασχημότερη από τη Βασιλειάδου, ήταν πραγματικά ένα τέρας φτιαγμένο από σκέτη γενετική γκαντεμιά.
Ήταν πράγματι υπηρέτρια στο σπίτι του παππού, αυτού του αφανούς παππού που δεν πρόλαβα να γνωρίσω γιατί πέθανε πολλά χρόνια πριν γεννηθώ, αλλά που τον μίσησα κατάφορα για τη δική του στάση σε αυτή την ιστορία.
Η γιαγιά κατέληξε να πιάσει δουλειά εκεί, μετά από αντίστοιχες δουλειές σε άλλα σπίτια στο παρελθόν. Γλυτώνοντας μετά τη καταστροφή της Σμύρνης, φτάνει προσφυγάκι στην Ελλάδα έχοντας χάσει και τον αδελφό της στη πορεία, και για να ζήσει ξεκινά κάνοντας τη πλύστρα, ή τη μαγείρισσα σε διάφορα αρχοντικά της Αθήνας, μέχρι που επεκτείνει τις αρμοδιότητες της σε εκείνες μιας οικονόμου. Όταν η τελευταία της αφεντικίνα, η Ανεζώ, μετακομίζει στην Αυστρία, της δίνει τις καλύτερες συστάσεις και την στέλνει στο σπίτι της τότε φρεσκοπαντρεμένης Κικής.
Με τη γέννηση του τρίτου παιδιού, του πατέρα μου, η Κική χάνεται και μένει ο παππούς μόνος. Όμως ο παππούς δεν είχε προβλήματα μοναξιάς, δεν τσάκισε από το χαμό της Κικής. Η ιστορία τον θέλει να συνοδεύει τη καλοσύνη του πάντα με λαγνεία και με το θάνατο της Κικής ο χρόνος του μοιραζόταν ανάμεσα στις δουλειές του και τις γυναίκες. Τα παιδιά του γίναν ξαφνικά ένα βάρος που δεν ήταν διατεθειμένος να σηκώσει και εκεί ήταν που ήρθε η γιαγιά να τον ανακουφίσει.. Όχι όμως ότι το δικό της αντίτιμο ήταν λίγο, απλά εκείνος ήταν πολύ βολεμένος για να μη το πληρώνει.
Είναι γεγονός βέβαια ότι δεν ήταν πρωτοβουλία δική της να αναλάβει τέτοια ευθύνη. Η ιδέα ήταν της Κικής που ετοιμοθάνατη στο κρεβάτι πρόλαβε να πει "Φωφώ, τα παιδιά μου και τα μάτια σου. Εσύ να μου τα φροντίσεις". Κι αυτή η ιδέα άρεσε τελικά στους περισσότερους.
Από διηγήσεις έμαθα ότι το "θα σηκωθώ και θα φύγω και θα σας παρατήσω" ήταν μόνιμη επωδός της γιαγιάς, το είχε σαν καραμέλα, για να πείθει τα μικρά και τα μεγάλα παιδιά να κάθονται φρόνιμα ή να της κάνουν τα χατήρια. Μέσω της προσφοράς ισχυροποίησε τη θέση της στο σπίτι. Έδινε στα παιδιά απλόχερα αγάπη, αλλά ταυτόχρονα προφύλασσε τον παππού από αυτά. Αμφότεροι την χρειάζονταν στο τέλος.
Οι αξιώσεις της γιαγιάς δεν ήταν οικονομικές... Θα ήταν λίγο ταπεινωτικό αυτό κιόλας. Η γιαγιά ήταν αθεράπευτα ερωτευμένη με το αφεντικό της. Θυμάμαι να τον περιγράφει με στόμφο: "Ήταν ωραίος! Άσπρος άσπρος, αριστοκρατικός!" τονίζοντας τις λέξεις μία μία. Καθώς είχε το γνώθι σ' αυτόν, δεν περίμενε ανταπόδοση των συναισθημάτων από τον παππού. Της αρκούσε να πληρώνεται σε είδος, εξ'ού και τα κυνηγητά. Όμως μέσω αυτού του μητρικού της ρόλου ήταν που ήλπιζε και αξίωνε σε μια νόμιμη αναγνώριση της μέσω ενός γάμου με τον παππού. Δεν την αγαπούσε αλλά την χρειαζόταν. Δεν θα ήταν καλύτερα αντί να τον κυνηγάει στα μαύρα τα σκοτάδια, να τον έχει αξιωματικά στο κρεβάτι της κάθε βράδυ?
Αυτό δεν μπόρεσε να γίνει ποτέ. Το μόνιμο εμπόδιο στα σχέδια αυτά, παρά τις οποιες προσπάθειες της, ήταν η Λιλή που όχι μόνο δεν μπόρεσε ποτέ να τη δεχτεί σα μάνα αλλά και που πολύ σύντομα άνοιξε πόλεμο μαζί της, διεκδικώντας πίσω τον πατέρα της στη θέση που του έπρεπε, φωνάζοντας διαρκώς την μαύρη αλήθεια, και φροντίζοντας να παραμένει ανυπότακτη και κακός μπελάς για τη γιαγιά στο σπίτι, εν αντιθέσει με τα πειθήνια αδελφάκια της.
Ο πόλεμος αυτός συνεχιζόταν και το μίσος βάθαινε αντί να ξεθυμαίνει όσο περνούσαν τα χρόνια. Κάποια στιγμή έπαψε πια να έχει νόημα η όποια αιτία πίσω από όλο αυτό το αβυσσαλέο μίσος που απλά εξελίχθηκε σε μια γεωμετρική πρόοδο του "οφθαλμού αντί οφθαλμόν"... Αναφορικά με αυτό θυμάμαι μια διήγηση της μάνας μου, σύμφωνα με την οποία, όταν πια η Λιλή ήταν έφηβη γύρω στα δεκαεφτά και είχε ήδη ξεκινήσει μέσα της η επιθυμία να γαμπρίσει, τόλμησε μια Κυριακή απόγευμα νωρίς να πάει σε μια παράσταση του Καραγκιόζη, όπου εκεί μαζευόταν προσφιλώς όλη η αντίστοιχη μαρίδα νεαρών και νεάνιδων, σύμφωνα με τα καθωσπρέπει πλαίσια της εποχής. Καθώς αυτή η ενέργεια δεν είχε πάρει προηγούμενη έγκριση απο τη γιαγιά, ούτε καν τη ρώτησε δηλαδή, η εκδίκηση ήταν να διακόψει η γιαγιά την αντίστοιχη μάζωξη του παππού στο κεντρικό καφενείο της πλατείας όπου αντίστοιχα μαζεύονταν οι κύριοι και οι κυρίες για καφέ και γλυκό, να του αναφέρει την απείθεια της μεγάλης θυγατέρας στολισμένη με λογής φανταστικές υποθέσεις περί διατρέχοντων κινδύνων της τιμής της. Το αποτέλεσμα ήταν ένας εξαγριωμένος πατέρας να ορμήσει μέσα στο πλήθος των νέων που κάθονταν στα παγκάκια παρακολουθώντας τη παράσταση, να σηκώσει βίαια την έφηβη κόρη του και μπροστά σε όλους να τη σύρει σπίτι, χτυπώντας την με δύναμη και φωνάζοντας της λόγια ανείπωτα, ανάξια και για τη τελευταία του δρόμου.
Περίπου μια δεκαπενταετία αργότερα, όταν ο παππούς έπαιρνε τις τελευταίες ανάσες του λίγο πριν πεθάνει, κι ενώ τα παιδιά ήταν πια μεγάλα και ο πατέρας μου φοιτητής, για να διασφαλίσει μια ανταμοιβή στην αφοσίωση της Φωφώς, πρότεινε ένα "matrimonium in extremis", έναν νόμιμο αλλά εικονικό σχετικά γάμο, προκειμένου να μπορεί η γιαγιά να παίρνει πια μια σύνταξη. Σ' αυτή τη πρόταση που θα πραγματοποιούσε έστω κι έτσι μεσοβέζικα τον διακαή πόθο της γιαγιάς να παντρευτεί τον παππού, η Λιλή, πλέον παντρεμένη και χήρα δις, άσκησε βέτο.
Την γιαγιά δεν την απαρνήθηκαν όμως τα άλλα της παιδιά. Φυσικά το θέμα της δουλειάς και του πως η γιαγιά θα μπορούσε να συντηρηθεί ήταν σημαντικό, όμως η γιαγιά, σαραντάρα, πάντα πολυμήχανη, βρήκε και συντρόφεψε ένα μόνο κι έρημο Μήτσο που ούτε παιδιά είχε, ούτε σκυλιά, κι ήταν ήδη μεγάλος για να κάνει οικογένεια, είχε όμως μια συνταξούλα γιατί ήταν κηπουρός και είχε και δύο σπιτάκια. Ζήσαν μαζί δώδεκα χρόνια, που αποτέλεσαν μόνο μια μικρή παρένθεση στη ζωή της Φωφώς, και της κληροδότησε και σύνταξη και σπίτι με έναν ωραίο κήπο και ένα μικρό ενοίκιο από την δεύτερη κατοικία επίσης ανθιστή κι αυτή.
Στο μεταξύ το πατρικό του παππού γκρεμίστηκε και έγινε η πολυκατοικία όπου ζήσαμε λίγα χρόνια αφού γεννήθηκα.
Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, όμως δεν αναφέρθηκε παρά μόνο έμμεσα, ο μεγάλος πρωταγωνιστής της, ο Χρόνος....
Παλιά δεν φοβόμουν μόνο εγώ το θάνατο της γιαγιάς, τον φοβόταν κι εκείνη. Μια ζωή μονολογούσε κι έλεγε, "θα ζήσω εγώ να δω τα παιδιά μου να παντρεύονται?", "θα ζήσω εγώ να δω εγγόνια?", "θα δω την εγγονή μου να πηγαίνει στο σχολείο?", "να σπουδάζει?" "να παντρεύεται?" κ.ο.κ.
Πρόσεχε πολύ για τη μακροβιότητα της. Η μέθοδος της ήταν ένα αυστηρό πρόγραμμα καθημερινών συνηθειών που αποτελούνταν από συγκεκριμένο διαιτολόγιο, συγκεκριμένο ύπνο και ξεκούραση, συγκεκριμένες συνήθειες υγιεινής φροντίδας σε τακτά και συγκεκριμένα ωράρια, σε συνδυασμό με μια άσβεστη θρησκοληψεία που περιέστρεφε τις ώρες τις μέρες και τις εβδομάδες της, στους ρυθμούς των εσπερινών, των Κυριακών αργιών, των νηστειών και λοιπών τελετουργιών.
Αυτές τις συνήθειες τις γνώρισα πολύ πιο κοντά, αργότερα.
Είναι τραγική ειρωνία αλλά η γιαγιά πέτυχε τελικά αυτή την περιβόητη μακροβιότητα. Τη πέτυχε σε βαθμό που όλοι, συμπεριλαμβανομένου και της ίδιας , κάποιας στιγμή επιθυμήσαμε το τέλος της.
Όσο ζούσε ο πατέρας μου η γιαγιά μπορούσε να συντηρηθεί μόνη της και τα καλοκαίρια τα περνούσε στο σπίτι της. Τα τελευταία χρόνια όμως τους χειμώνες τους έβγαζε στο δικό μας σπίτι, καθώς οι συνθήκες ήταν πιο καλές για εκείνη, χωρίς έλλειψη θέρμανσης και υγρασία που χαρακτηρίζει πολλές μονοκατοικίες της εποχής...
Τα μεσημέρια, ήταν συνήθειο στο σπίτι η σιέστα και μόνο εμείς τα παιδιά από επιμονή και πείσμα καταφέραμε να μένουμε όρθια. Ξάπλωνε και η γιαγιά για λίγο να ξεκουραστεί, μέρος της απαρέγκλιτης ρουτίνας της.
Εκεί ήταν που ήρθα αντιμέτωπη για πρώτη φορά τόσο κοντά με τη πλευρά των "οραμάτων" της... Τυχαία ίσως πήρε το αυτί μου κάτι ανεπαίσθητους ψιθύρους που έρχονταν απο το δωμάτιο της, για να καταλάβω με ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό φρίκης πως η γιαγιά αν και ξαπλωμένη με τα μάτια κλειστά δεν κοιμόταν, αλλά "συνομιλούσε".
Συνομιλούσε με τους δικούς της νεκρούς, τον Μήτσο, τον παππού, τη Κική, τον αδελφό της..., αν όχι με τη Παναγία και λοιπούς αγίους, εξιστορώντας τους όχι μονο πράγματα απο τα παλιά αλλά και τη σύγχρονη επικαιρότητα, όπως το πόσο μπορεί να τη σύγχυσε η νύφη της... Και σ' αυτές τις συνομιλίες της, η εικόνα της μειλίχιας συνήθως σταθερά τρυφερής γιαγιάς, αποσχίστηκε για να εμφανιστεί μια γυναίκα με τόσα απωθημένα και τόσο θυμό, και απέραντα οργισμένα "γιατί", καθώς εξιστορούσε σε κάθε έναν από αυτούς τα παραπόνα και τις αδικίες μιας ζωής, με μια γλώσσα που έβγαζε όχι μόνο αυτά τα φλογερά πάθη, αλλά και μια βορβορώδη αδίστακτη λάσπη υπό της μορφή μιας τόσο εξεζητημένης ύβρης που οι λιμενεργάτες θα κοκκίνιζαν από ντροπή αν την ακούγαν!
Λέγεται ότι τα λόγια του "ξεματιάσματος" περιέχουν και κάποιες βωμολοχίες για να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα, και ήξερα ότι η γιαγιά όταν μας ξεμάτιαζε, πάντα με απόλυτη επιτυχία, ψιθύριζε κάτι βρωμοκουβέντες, αλλά ποτέ δεν περίμενα ν' ακούσω απο το στόμα της τόσο πλούτο, λόγια που ήταν αδύνατον να συγκρατήσω καθώς χαθήκαν μέσα στην ίδια μου την έκπληξη και την απορία.
Η γιαγιά έζησε αρκετά για να δει και τον πατέρα μας που ήταν ο αγαπημένος της να πεθαίνει άπο κακιά αρρώστια, και να μάθει και για το χαμό της μεγάλης, της αντιπάλου της, της 65χρονης τότε Λιλής από άσθμα, εκεί μακριά στα ξένα. Είδε το ένα σπιτάκι της να περνά απευθείας στα εγγόνια αντί στα παιδιά..., αυτό το υπέροχο σπιτάκι που στους σεισμούς του 81 και εκείνους του 99, μας έδωσε καταφύγιο μέχρι να περάσει ο πολύς ο κίνδυνος...
Όταν ο πατέρας μου πέθανε, της υπολείπονταν ακόμα μια δεκαπενταετία περίπου ζωής, στη διάρκεια της οποίας σταδιακά εξασθένησε τελείως η ήδη βεβαρημένη επιλεκτική ακοή της, όμως και η όραση της, αφού πρώτα έχασε από έρπη, συνέπεια της στεναχώριας της το ένα μάτι, και μετά σιγά σιγά και το άλλο.
Επίσης την άφηνε και το σώμα της, κι εκείνη που στα 80 της χρόνια ανέβαινε σε καρέκλες για να πλύνει τα ντουλάπια, πλέον έχανε την ισορροπία της και ήταν μεγάλος ο κίνδυνος να πέσει και να σπάσει κάτι.
Τα πρώτα χρόνια την είχαμε στο σπίτι και τη φροντίζαμε. Δεν δεχόταν τη φροντίδα με χαρά, ήταν χολωμένη και παράξενη πια, και επέμενε τυρρανικά στη τήρηση του προγράμματος της, έστω κι αν αυτό σήμαινε μια πολύ απαιτητική στάση. Ωστόσο δεν θέλαμε να την αφήσουμε μόνη, εμείς τα εγγόνια αλλά και η μάνα μου από μια αίσθηση χρέους απέναντι στο "γήρας" όπως έλεγε... Χειροτέρευε όμως, χωρίς ποτέ να είναι άρρωστη πραγματικά, απλά γερνούσε. Έτσι κρίθηκε αναγκαίο να τη πάμε σε ένα γηροκομείο όπου θα μπορούσε κάποιος να είναι πρακτικά κοντά της συνεχώς, κάτι που ήταν αδύνατο στο σπίτι μας, αφού λείπαμε αρκετές ώρες κάθε μέρα.
Η ατυχία της ήταν ότι ποτέ δεν την άφησε η οξύτητα του πνέυματος της. Ο χρόνος τη φυλάκισε σε μια τρομερή φυλακή σιωπής και μοναξιάς, όπου ούτε να δει μπορούσε, ούτε να μιλήσει. Δεν είχε επαφή με ανθρώπους πια παρά μέσω της αφής, δεν είχε τη ψεύτικη παρηγοριά, τη διασκέδαση πες, του ραδιοφώνου ή της τηλεόρασης, ούτε ενός βιβλίου όπως συνήθιζε.
Μόνη συντροφιά απόμειναν ο ολοένα αυξανόμενος αριθμός των πνευμάτων με τα οποία μέχρι τέλους συνομιλούσε...
Τις φορές που πήγαινα και την έβλεπα , μίλαγε πια εκείνη. Πιανόμασταν χέρι χέρι εκεί, στο κρεβάτι της και έλεγε πάλι όπως παλιά ιστορίες, για τον ερχομό του θανάτου όμως πια, "είδα τον πατέρα σου με ένα λευκό πουκάμισο, πεντακάθαρο, λουσμένο στο φώς, θα σε πάρω κοντά μου σε λίγο μανούλα μου", μου έλεγε...
Γεννημένη το 1900, έσβησε πλήρης ημερών στα 105, ήσυχα στον ύπνο της. Στη κηδεία της ήταν όμορφη σαν γιαγιά από πορσελάνη και αποτελεί φαινόμενο σχεδόν μεταφυσικό το πώς όλη αυτή η ασχήμια της νιότης της μετουσιώθηκε στην ασύλληπτη γλύκα των γηρατειών της...
Θυμάμαι τακτικά τους νεκρούς μου. Τους λικνίζω στη μνήμη μου σαν μωρά παιδιά... Τους αγαπάω κι ας μου λείπουν. Διαπίστωσα προσφάτως πως η πιο φρέσκια ταφή μα και η πιο ανάλαφρη ήταν εκείνη της γιαγιάς μου. Από τότε που πέθανε, πότε αλήθεια?- πριν κανά δύο χειμώνες μάλλον, δεν τη σκέφτηκα σχεδόν καθόλου.
Κατά περίεργη (δεν το πιστεύω τόσο αυτό το "περίεργη") σύμπτωση, πεθύμησα χαλβά να φάω, που άλλος αγαπημένος νεκρός είχε τη συνήθεια να φτιάχνει που και που. Κι έτσι έκανα μια απόπειρα να αναστήσω στη μνήμη μου αυτή την μισολησμονημένη, αλλά λαχταριστή γεύση. Τα κατάφερα.
Μετά είδα τη φωτογραφία του - ανάμνηση ότι τον φτιάξαμε και τον φάγαμε..., (αλήθεια, ξέρατε ότι στο παρελθόν, τότε που η φωτογραφία ήταν στα σπάργανα, η μοναδική φωτογραφία που είχε κανείς ήταν εκείνη στο νεκροκρέβατο του? Τώρα άσπλαχνα διώχνουν τον φωτογράφο από τις κηδείες, θέλοντας επί ματαίω να ξορκίσουν τι? - αλλά αυτή είναι άλλη κουβέντα)Εϊδα τον χαλβά , παλιομοδίτη φορώντας γυάλινη πιατέλα σαν σεμέν, πάνω σε έναν εξίσου αρχαίο μπουφέ και θυμήθηκα έναν άλλον, εκείνον της γιαγιάς μου στο σπίτι της, που μόλις τον πλησίαζες σε έπαιρναν οι μυρωδιές και τα αρώματα, είχε ποτίσει το ξύλο μέχρι μέσα μαστίχα, ροδόνερο, βανίλια και ανάδυε γενναιόδωρα μέχρι τέλους αναμνήσεις από υποβρύχια μέσα σε παγωμένα νερά, σοροπιαστά Λιβάνου και σμυρνέικα κουλούρια... Σμυρναία η γιαγιά και μερακλού, αγαπούσε τα γλυκά και τα έκρυβε ακόμα κι από μας . Μας τα έδινε τελετουργικά με το σταγονόμετρο σε κάθε επίσκεψη, - δηλαδή κάθε μέρα, και μετά κλείδωνε ο μπουφές κι ας τον ανοίγαμε φορές κρυφά... ή άν όχι, κολλάγαμε τη μύτη στο τίμιο εκείνο ξύλο και εισπνέαμε σκέτη επιθυμία.
Η γιαγιά στη θύμηση της πάντα με συνοδεύει με συναισθήματα έντονα και αντικρουόμενα. Μέσα στο κεφάλι μου στη πάροδο του χρόνου, έχει γίνει δύο γιαγιάδες, ένα πλάσμα δισυπόστατο, μισή φώς, μισή ζόφος, έχοντας όμως αποκτήσει έτσι,- σαν "συγνώμμη αν σε πίκρανα", μια ιστορία συγκλονιστική ώς λένε, και είπα να τη μοιραστώ μαζί σας, σαν ένα δικό μου "αντίο" τώρα που είπα επιτέλους να ισιώσω τα στρωσίδια της στα φύλλα της καρδιάς μου...
Για πολλά χρόνια όσο ήμουν παιδί, η γιαγιά ήταν η γιαγιά και τελεία. Ένα πλάσμα απλό και υπέροχο. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Μου φαινόταν πανέμορφη, είχε μάτια γκρι γλυκά, μαλλιά λευκά πιασμένα σε ένα κότσο πίσω λίγο πιο ψηλά από τη βάση του κεφαλιού της, περπατούσε στραβά και κούτσαινε, αποτέλεσμα μιας πολυ άσχημης αρθρίτιδας που της είχε παραμορφώσει τα πόδια όπως ακριβώς θα ήταν μιας Κινέζας αριστοκράτισσας του περασμένου αιώνα, αλλά δεν της έλειπε η ταχύτητα, ούτε η επιδεξιότητα ειδικά όταν έπρεπε για κάποιο λόγο να μας κυνηγήσει.
Έβλεπα άλλες γιαγιάδες και ανατρίχιαζα, σκεφτόμουν πόσο τέλεια ήταν η δική μου γιαγιά και πόσο απίστευτα γκροτέσκες γριές φαντάζαν εκείνες. Η γιαγιά μου και το σπίτι της αποτελούσαν το μαγικό καταφύγιο της παιδικής μου ηλικίας. Μόνο εκεί ήμουν χαρούμενη κι ευτυχώς περνούσα πολλές ώρες κάθε μέρα εκεί.
Το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο μυρωδιές που θυμάμαι νοσταλγικά. Για τον ζαχαρωμένο μπουφέ είπαμε ήδη, αλλά υπήρχαν κι άλλα μέρη που μπορούσαν εξίσου να σε μαγέψουν. Η ντουλάπα της... Όχι ότι έκρυβε καμιά τρομερή ποικιλία από ρούχα, όμως η μυρωδιά της ..., ώωωω, ήταν τόσο υπέροχη! Το λογικό μου μέρος παρεμβάλλεται θυμίζοντας μου ότι η μυρωδιά της ντουλάπας αυτής, ήταν τυπικά γιαγιαδίστική μυρωδιά, η μυρωδιά που έχουν τα ρούχα μιας καθαρής γριάς, αλλά όχι. Αρνούμαι να το πιστέψω. Η μυρωδιά αυτή αποτελείτο απο οσμές - σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Βάλε με το νού σου: Λεβάντα σε συνδυασμό με ταλκ σε συνδυασμό με κολώνια "Μυρτώ" με άρωμα λεμόνι.... Όποτε είχαμε λυσσομανήσει στο παιχνίδι και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, ήταν πάντα μια καλή στιγμή να πάω στη γιαγιά και να της ζητήσω να μου βάλει λίγο ταλκ, "για να μη κρυώσω" ήταν η δικαιολογία που πάντα έπιανε. Και άλλες μέρες που φτάναμε σπίτι της εγώ και η αδελφή μου φρεσκοπλυμένες και χτενισμένες, λίγο δηλαδή πριν γίνουμε ξανά χάλια, πάντα ζητάγαμε όχι πιστεύω απο κοκεταρία, λίγη "Μυρτώ" πίσω από το αυτί.
Τέλος, ήταν η κουζίνα. Τα ντουλάπια της κρύβαν θησαυρούς. Αναρωτιόμουν γιατί στο σπίτι μας δεν είχαμε τόσο όμορφα δαντελωτά πιάτα σαν της γιαγιάς αλλά είχαμε κάτι άθλια "Ιωνία" με πορτοκαλί και πράσινα σχέδια, τόσο πολύ 70's, τόσο πολύ μοντέρνα και μίζερα μαζί... (Κάποια στιγμή θα τα φωτογραφίσω αυτά τα πιάτα και θα σας τα δείξω, ήταν τα μόνα λίγα πράγματα που κατάφερα να διασώσω προτού σαρωθούν όλα, σπίτι και γιαγιά, από τους χρόνους που ακολούθησαν. Ο χρόνος, αυτός ο κακός λύκος...)
Όλη η ουσία της μαγείας ερχόταν από τη κουζίνα, μια τρύπα βία μεγαλύτερη από δύο τετραγωνικά αποτελούμενη από έναν μαρμάρινο νεροχύτη διακοσμημένο με μωσαικό γύρω γύρω, και ένα εξίσου στολισμένο πάγκο στον οποίο η γιαγιά είχε τις εστίες του πετρογκάζ της. Ποτέ δεν κατάλαβα πως κατάφερνε μέσα σε αυτό το μέρος να φτιάχνει τα διάφορα αριστουργήματα της που τα παρουσίαζε πάντα ταπεινά σκεπασμένα με αυτά τα δαντελωτά πιάτα, για να μη πάνε μύγες έλεγε... Κολοκυθοκεφτέδες, γιαλαντζί ντολμά, μπακαλιάρος - σκορδαλιά και η μεγάλη μας αδυναμία, αυγά τηγανητά με το κρόκο να έχει πάρει ένα χρώμα ροζ ονειρεμένο από το διαδοχικό λούσιμο με καυτό βούτυρο... Μόνο αυτή η γιαγιά μπορούσε να φτιάξει τόσο ωραία ροζ τον κρόκο ενός αυγού!
Η γιαγιά ήταν φτιαγμένη μέσα στο κεφάλι μου για να μας μεγαλώνει... Κατά κάποιο τρόπο κατάλαβα αργότερα ότι αυτό δεν ήταν εντελώς λάθος, αν και όχι χωρίς τίμημα.
Πάντως μέχρι να μεγαλώσω αρκετά η γιαγιά ήταν τυλιγμένη στην άχλη των αφελών μου εξηγήσεων για το κόσμο. Υπήρχε για να μου χαιδεύει τον αυχένα όταν ξάπλωνα στα πόδια της νυσταγμένη, για να με κοιμίζει, για να μου μαθαίνει "έλα βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε" και "Μπαρμπά - Γιάννη κανατά", για να μου λέει ιστορίες που αν κι έχω ξεχάσει, ξέρω ότι έχουν περάσει κάπου μέσα μου, για να μου δίνει βανίλια υποβρύχιο, για να με μαλώνει όταν ανέβαινα στη συκιά και να με απειλεί με τη βίτσα, (ποτέ δεν μας χτύπησε, μόνο λόγια ήταν), για να με πηγαίνει στα "αλογάκια", αυτά τα πλαστικά και πολύχρωμα που τους πετάς ένα κέρμα μέσα και κουνιούνται στο ρυθμό μιας ξεκούρδιστης και συνήθως κακόγουστης παιδικής μελωδίας.
Στο κήπο της παίζαμε με τα "κουζινικά" μας, μαγειρεύοντας συνήθως γυμνοσάλιαγκες πλακί με σάλτσα από λάσπη κι άλλες σπεσιαλιτέ. Στο κήπο της λυσσάγαμε κι εκείνη φώναζε ότι της ρημάζουμε τις πορτοκαλίες. Εκεί έμαθα ποδήλατο. Εκεί έμαθα ρακέτες. Εκεί σπρωχνόμουν και καυγάδιζα με τη μεγαλύτερη ξαδέλφη μου το προνόμιο της οποίας ήταν το να εκτείνει την επικράτεια της και στα γύρω τετράγωνα της γειτονιάς, παίζοντας με άλλα παιδάκια, ενώ εγώ ακόμα ήμουν πολύ μικρή για τέτοια.

Δεν είμαι βέβαιη για το πότε άρχισε να παρεισφρύει στη συνείδηση μου η άλλη πλευρά της γιαγιάς, εκείνη που δεν ήξερα.
Υπήρχαν καταστάσεις που δεν μπορούσα να εξηγήσω όπως η επίμονη αντιπάθεια κάποιων μελών της οικογένειας απέναντι της. Ακούγονταν μισόλογα πολύπλοκα που αποσιωπούνταν όταν προσπαθούσα να τα ξεδιαλύνω, αλλά υπήρχαν και εκείνα τα παρατσούκλια που είχαν κολλήσει στη γιαγιά, η μεγάλη αδελφή του πατέρα μου, αλλά και ο ξάδελφος μου, γιος της μικρότερης αδελφής του...
Η μεν αναφερόταν στη γιαγιά ως "ο Φαραώ". Ερχόταν στην Ελλάδα από το Σύδνευ όπου διέμενε, άναβε ένα απο εκείνα τα μακριά τσιγάρα της , σταύρωνε τα μακριά πόδια της, ωραία γυναίκα η θεία, και έλεγε ενώ τα μαύρα της γυαλιά μου κρύβανε την έκφραση του βλέμματος της: "Τι κάνει ο Φαραώ?" Δεν καταλάβαινα αρχικά ποιός ήταν αυτός ο Φαραώ, και όταν κατάλαβα νόμιζα ότι ήταν μόνο ένα αστείο που σκόπευε στην ηλικία της γιαγιάς. Δεν μπορούσα τότε να ξέρω ότι έθιγε την ιδιότητα της γιαγιάς ως χειραγωγού και ενορχηστρωτή των πάντων στην οικογένεια του πατέρα μου.
Ο δε, φώναζε τη γιαγιά "Τιτίκα" και αυτό βασικά ήταν αρκετό για να την κάνει έξαλλη άμα της το λέγαν. Το "Τιτίκα" ήταν εμπνευσμένο από την ομώνυμη ηρωίδα των Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ και σατύριζε τη τάση της γιαγιάς να παρουσιάζει τον εαυτό της σαν ένα θύμα της ζωής που άγιασε... Πολύ σοβαρά κάποιες φορές, ισχυριζόταν ότι άκουγε φωνές σαν την Ζαν ντ' Άρκ, έβλεπε οράματα με τη Παναγία όπου συνομιλούσε μαζί της, κ.λ.π., και αναφερόταν στο άτομο της ως "η φτωχή εγώ", "η δούλη Σου" κι άλλα τέτοια παθητικά που αργότερα με κάναν να μπερδεύω τη χριστιανική ταπεινοφροσύνη με την σαδομαζοχιστική λαγνεία... Επειδή το συνηθισμένο της ύφος άλλαζε εντελώς χροιά όταν αναφερόταν σε τέτοια περιστατικά, η φωνή της βάθαινε κι έκανε χειρονομίες μιμούμενες μια μεγαλοπρέπεια, εγώ τη κοίταζα σα χαζή και αναρωτιόμουν αν είναι πράγματι καλά, αν ακούω μια συνηθισμένη ιστορία σα τη Κοκκινοσκουφίτσα, ή ν' ανησυχήσω και να φωνάξω τον μπαμπά?
Με το "Τιτίκα" όλα αυτά εξηγήθηκαν εύκολα και θυμάμαι πόσο άστοργα εμείς τα παιδιά, χοροπηδάγαμε γύρω της φωνάζοντας "Τιτίκα, Τιτίκα", εξαγριώνοντας την χωρίς να είμαστε σε θέση να καταλάβουμε πώς αυτό που για εμάς ήταν παιχνίδι για εκείνη ήταν προσβολή...
Συν τω χρόνω, αλλεπάλληλες και σοκαριστικές επιγνώσεις σχετικά με τη γιαγιά, εμφανίζονταν ως κεραυνός εν αιθρία μέσα από εντελώς φυσικές δηλώσεις άλλων προσώπων, όπως η μητέρα μου αλλά και ο πατέρας μου. Ένα θέμα που με τρομοκρατούσε φερ' ειπείν ήταν το ενδεχόμενο του θανάτου της. Επειδή τη λάτρευα, η ιδέα ότι θα μας πάθει κάτι με κρατούσε ξάγρυπνη τη νύχτα και κάποια στιγμή, ρώτησα τη μάνα μου, αν θα θάψουμε τη γιαγιά μαζί με το παπού στον τάφο μας, για να πάρω την εντελώς απροσδόκητη απάντηση ότι δυστυχώς κάτι τέτοιο είναι αδύνατο γιατί η γιαγιά στη πραγματικότητα είναι μία ξένη.
Η σιωπή που ακολούθησε μέσα μου και η σύγχυση, μεγάλωσε περισσότερο την άλλη μέρα που ρώτησα τον πατέρα μου τι σημαίνει, η γιαγιά είναι ξένη. Πολύ φυσικά, σαν να μιλούσε για τον καιρό, ο πατέρας μου εξήγησε ότι η γιαγιά δεν είναι η φυσική του μάνα, ότι η φυσική του μάνα πέθανε στη γέννα και πως η γιαγιά ήταν μια γυναίκα που η κανονική γιαγιά εμπιστεύθηκε για να αφήσει τη κηδεμονία των παιδιών της... Όμως σε ακόλουθη ερώτηση έμαθα πως ούτε θετή μάνα ήταν η γιαγιά. Δεν υπήρχε ποτέ κάτι που να την αναγνωρίζει σαν νόμιμο κηδεμόνα, ούτε και είχε παντρευτεί τον παππού για να θεωρηθεί "δανεική μαμά", μητριά...Άρα γιατί ο πατέρας μου και η θεία μου τη λέγανε μαμά? "Επειδή μας μεγάλωσε" δεν ήταν αρκετό σαν εξήγηση για μένα ούτε και τότε.
Πως μια ξένη γυναίκα μεγαλώνει σαν δικά της τρία παιδιά μιας άλλης, ενώ αρνείται τη πιθανότητα να φέρει στο κόσμο δικά της παιδιά? Ήταν αγία η γιαγιά?
Η ίδια πάντα τόνιζε τη σημασία της εμπιστοσύνης που της έδειξε η Κικίτσα, η θανούσα στο τοκετό γιαγιά. Επίσης έλεγε ότι την αγαπούσε πολύ αυτή και τα παιδιά, και τα λυπήθηκε που θα μέναν μόνα τους κι έτσι τα πήρε να τα μεγαλώσει....
Η μητέρα μου από την άλλη μεριά, έλεγε ότι τα πήρε γιατί ήταν μια άσχημη υπηρέτρια, χωρίς ελπίδα να βρεθεί εγκαίρως κάποιος για αυτήν και βέβαια γιατί έτσι ασφάλιζε τη θέση της μέσα στο σχετικά ευκατάστατο σπίτι του παππού.
Τα πολλά εκκρεμή ερωτηματικά τα ανέλαβε ο χρόνος και οι περιστάσεις... Όπως το γιατί η Λιλή, η μεγάλη αδελφή του πατέρα μου αντιπαθούσε τόσο σθεναρά τη γιαγιά. Η επίσημη εξήγηση ήταν ότι ήταν ήδη οχτώ όταν έχασε τη μαμά της και κάκιωσε που ήρθε μια ξένη γυναίκα να την υποκαταστήσει. Η ανεπίσημη ήταν διανθισμένη με διάφορες επιπλέον λεπτομέρειες που θέλαν τη γιαγιά να κυνηγάει τον παππού στους διαδρόμους του σπιτιού μέσα στη νύχτα, να τον αρπάζει από τις νυχτικιές και να τον σέρνει μέσα στο δωμάτιο της ενώ η θεία, μικρό κορίτσι που τυχαία σηκώθηκε από τους υπόκωφους θορύβους , παρακολουθούσε στα κρυφά.
Οι φωτογραφίες που βρήκα από τα νιάτα της γιαγιάς, επιβεβαίωναν τις δηλώσεις της μάνας μου. Η γιαγιά στα νιάτα της, ήταν ασχημότερη από τη Βασιλειάδου, ήταν πραγματικά ένα τέρας φτιαγμένο από σκέτη γενετική γκαντεμιά.
Ήταν πράγματι υπηρέτρια στο σπίτι του παππού, αυτού του αφανούς παππού που δεν πρόλαβα να γνωρίσω γιατί πέθανε πολλά χρόνια πριν γεννηθώ, αλλά που τον μίσησα κατάφορα για τη δική του στάση σε αυτή την ιστορία.
Η γιαγιά κατέληξε να πιάσει δουλειά εκεί, μετά από αντίστοιχες δουλειές σε άλλα σπίτια στο παρελθόν. Γλυτώνοντας μετά τη καταστροφή της Σμύρνης, φτάνει προσφυγάκι στην Ελλάδα έχοντας χάσει και τον αδελφό της στη πορεία, και για να ζήσει ξεκινά κάνοντας τη πλύστρα, ή τη μαγείρισσα σε διάφορα αρχοντικά της Αθήνας, μέχρι που επεκτείνει τις αρμοδιότητες της σε εκείνες μιας οικονόμου. Όταν η τελευταία της αφεντικίνα, η Ανεζώ, μετακομίζει στην Αυστρία, της δίνει τις καλύτερες συστάσεις και την στέλνει στο σπίτι της τότε φρεσκοπαντρεμένης Κικής.
Με τη γέννηση του τρίτου παιδιού, του πατέρα μου, η Κική χάνεται και μένει ο παππούς μόνος. Όμως ο παππούς δεν είχε προβλήματα μοναξιάς, δεν τσάκισε από το χαμό της Κικής. Η ιστορία τον θέλει να συνοδεύει τη καλοσύνη του πάντα με λαγνεία και με το θάνατο της Κικής ο χρόνος του μοιραζόταν ανάμεσα στις δουλειές του και τις γυναίκες. Τα παιδιά του γίναν ξαφνικά ένα βάρος που δεν ήταν διατεθειμένος να σηκώσει και εκεί ήταν που ήρθε η γιαγιά να τον ανακουφίσει.. Όχι όμως ότι το δικό της αντίτιμο ήταν λίγο, απλά εκείνος ήταν πολύ βολεμένος για να μη το πληρώνει.
Είναι γεγονός βέβαια ότι δεν ήταν πρωτοβουλία δική της να αναλάβει τέτοια ευθύνη. Η ιδέα ήταν της Κικής που ετοιμοθάνατη στο κρεβάτι πρόλαβε να πει "Φωφώ, τα παιδιά μου και τα μάτια σου. Εσύ να μου τα φροντίσεις". Κι αυτή η ιδέα άρεσε τελικά στους περισσότερους.
Από διηγήσεις έμαθα ότι το "θα σηκωθώ και θα φύγω και θα σας παρατήσω" ήταν μόνιμη επωδός της γιαγιάς, το είχε σαν καραμέλα, για να πείθει τα μικρά και τα μεγάλα παιδιά να κάθονται φρόνιμα ή να της κάνουν τα χατήρια. Μέσω της προσφοράς ισχυροποίησε τη θέση της στο σπίτι. Έδινε στα παιδιά απλόχερα αγάπη, αλλά ταυτόχρονα προφύλασσε τον παππού από αυτά. Αμφότεροι την χρειάζονταν στο τέλος.
Οι αξιώσεις της γιαγιάς δεν ήταν οικονομικές... Θα ήταν λίγο ταπεινωτικό αυτό κιόλας. Η γιαγιά ήταν αθεράπευτα ερωτευμένη με το αφεντικό της. Θυμάμαι να τον περιγράφει με στόμφο: "Ήταν ωραίος! Άσπρος άσπρος, αριστοκρατικός!" τονίζοντας τις λέξεις μία μία. Καθώς είχε το γνώθι σ' αυτόν, δεν περίμενε ανταπόδοση των συναισθημάτων από τον παππού. Της αρκούσε να πληρώνεται σε είδος, εξ'ού και τα κυνηγητά. Όμως μέσω αυτού του μητρικού της ρόλου ήταν που ήλπιζε και αξίωνε σε μια νόμιμη αναγνώριση της μέσω ενός γάμου με τον παππού. Δεν την αγαπούσε αλλά την χρειαζόταν. Δεν θα ήταν καλύτερα αντί να τον κυνηγάει στα μαύρα τα σκοτάδια, να τον έχει αξιωματικά στο κρεβάτι της κάθε βράδυ?
Αυτό δεν μπόρεσε να γίνει ποτέ. Το μόνιμο εμπόδιο στα σχέδια αυτά, παρά τις οποιες προσπάθειες της, ήταν η Λιλή που όχι μόνο δεν μπόρεσε ποτέ να τη δεχτεί σα μάνα αλλά και που πολύ σύντομα άνοιξε πόλεμο μαζί της, διεκδικώντας πίσω τον πατέρα της στη θέση που του έπρεπε, φωνάζοντας διαρκώς την μαύρη αλήθεια, και φροντίζοντας να παραμένει ανυπότακτη και κακός μπελάς για τη γιαγιά στο σπίτι, εν αντιθέσει με τα πειθήνια αδελφάκια της.
Ο πόλεμος αυτός συνεχιζόταν και το μίσος βάθαινε αντί να ξεθυμαίνει όσο περνούσαν τα χρόνια. Κάποια στιγμή έπαψε πια να έχει νόημα η όποια αιτία πίσω από όλο αυτό το αβυσσαλέο μίσος που απλά εξελίχθηκε σε μια γεωμετρική πρόοδο του "οφθαλμού αντί οφθαλμόν"... Αναφορικά με αυτό θυμάμαι μια διήγηση της μάνας μου, σύμφωνα με την οποία, όταν πια η Λιλή ήταν έφηβη γύρω στα δεκαεφτά και είχε ήδη ξεκινήσει μέσα της η επιθυμία να γαμπρίσει, τόλμησε μια Κυριακή απόγευμα νωρίς να πάει σε μια παράσταση του Καραγκιόζη, όπου εκεί μαζευόταν προσφιλώς όλη η αντίστοιχη μαρίδα νεαρών και νεάνιδων, σύμφωνα με τα καθωσπρέπει πλαίσια της εποχής. Καθώς αυτή η ενέργεια δεν είχε πάρει προηγούμενη έγκριση απο τη γιαγιά, ούτε καν τη ρώτησε δηλαδή, η εκδίκηση ήταν να διακόψει η γιαγιά την αντίστοιχη μάζωξη του παππού στο κεντρικό καφενείο της πλατείας όπου αντίστοιχα μαζεύονταν οι κύριοι και οι κυρίες για καφέ και γλυκό, να του αναφέρει την απείθεια της μεγάλης θυγατέρας στολισμένη με λογής φανταστικές υποθέσεις περί διατρέχοντων κινδύνων της τιμής της. Το αποτέλεσμα ήταν ένας εξαγριωμένος πατέρας να ορμήσει μέσα στο πλήθος των νέων που κάθονταν στα παγκάκια παρακολουθώντας τη παράσταση, να σηκώσει βίαια την έφηβη κόρη του και μπροστά σε όλους να τη σύρει σπίτι, χτυπώντας την με δύναμη και φωνάζοντας της λόγια ανείπωτα, ανάξια και για τη τελευταία του δρόμου.
Περίπου μια δεκαπενταετία αργότερα, όταν ο παππούς έπαιρνε τις τελευταίες ανάσες του λίγο πριν πεθάνει, κι ενώ τα παιδιά ήταν πια μεγάλα και ο πατέρας μου φοιτητής, για να διασφαλίσει μια ανταμοιβή στην αφοσίωση της Φωφώς, πρότεινε ένα "matrimonium in extremis", έναν νόμιμο αλλά εικονικό σχετικά γάμο, προκειμένου να μπορεί η γιαγιά να παίρνει πια μια σύνταξη. Σ' αυτή τη πρόταση που θα πραγματοποιούσε έστω κι έτσι μεσοβέζικα τον διακαή πόθο της γιαγιάς να παντρευτεί τον παππού, η Λιλή, πλέον παντρεμένη και χήρα δις, άσκησε βέτο.
Την γιαγιά δεν την απαρνήθηκαν όμως τα άλλα της παιδιά. Φυσικά το θέμα της δουλειάς και του πως η γιαγιά θα μπορούσε να συντηρηθεί ήταν σημαντικό, όμως η γιαγιά, σαραντάρα, πάντα πολυμήχανη, βρήκε και συντρόφεψε ένα μόνο κι έρημο Μήτσο που ούτε παιδιά είχε, ούτε σκυλιά, κι ήταν ήδη μεγάλος για να κάνει οικογένεια, είχε όμως μια συνταξούλα γιατί ήταν κηπουρός και είχε και δύο σπιτάκια. Ζήσαν μαζί δώδεκα χρόνια, που αποτέλεσαν μόνο μια μικρή παρένθεση στη ζωή της Φωφώς, και της κληροδότησε και σύνταξη και σπίτι με έναν ωραίο κήπο και ένα μικρό ενοίκιο από την δεύτερη κατοικία επίσης ανθιστή κι αυτή.
Στο μεταξύ το πατρικό του παππού γκρεμίστηκε και έγινε η πολυκατοικία όπου ζήσαμε λίγα χρόνια αφού γεννήθηκα.
Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, όμως δεν αναφέρθηκε παρά μόνο έμμεσα, ο μεγάλος πρωταγωνιστής της, ο Χρόνος....
Παλιά δεν φοβόμουν μόνο εγώ το θάνατο της γιαγιάς, τον φοβόταν κι εκείνη. Μια ζωή μονολογούσε κι έλεγε, "θα ζήσω εγώ να δω τα παιδιά μου να παντρεύονται?", "θα ζήσω εγώ να δω εγγόνια?", "θα δω την εγγονή μου να πηγαίνει στο σχολείο?", "να σπουδάζει?" "να παντρεύεται?" κ.ο.κ.
Πρόσεχε πολύ για τη μακροβιότητα της. Η μέθοδος της ήταν ένα αυστηρό πρόγραμμα καθημερινών συνηθειών που αποτελούνταν από συγκεκριμένο διαιτολόγιο, συγκεκριμένο ύπνο και ξεκούραση, συγκεκριμένες συνήθειες υγιεινής φροντίδας σε τακτά και συγκεκριμένα ωράρια, σε συνδυασμό με μια άσβεστη θρησκοληψεία που περιέστρεφε τις ώρες τις μέρες και τις εβδομάδες της, στους ρυθμούς των εσπερινών, των Κυριακών αργιών, των νηστειών και λοιπών τελετουργιών.
Αυτές τις συνήθειες τις γνώρισα πολύ πιο κοντά, αργότερα.
Είναι τραγική ειρωνία αλλά η γιαγιά πέτυχε τελικά αυτή την περιβόητη μακροβιότητα. Τη πέτυχε σε βαθμό που όλοι, συμπεριλαμβανομένου και της ίδιας , κάποιας στιγμή επιθυμήσαμε το τέλος της.
Όσο ζούσε ο πατέρας μου η γιαγιά μπορούσε να συντηρηθεί μόνη της και τα καλοκαίρια τα περνούσε στο σπίτι της. Τα τελευταία χρόνια όμως τους χειμώνες τους έβγαζε στο δικό μας σπίτι, καθώς οι συνθήκες ήταν πιο καλές για εκείνη, χωρίς έλλειψη θέρμανσης και υγρασία που χαρακτηρίζει πολλές μονοκατοικίες της εποχής...
Τα μεσημέρια, ήταν συνήθειο στο σπίτι η σιέστα και μόνο εμείς τα παιδιά από επιμονή και πείσμα καταφέραμε να μένουμε όρθια. Ξάπλωνε και η γιαγιά για λίγο να ξεκουραστεί, μέρος της απαρέγκλιτης ρουτίνας της.
Εκεί ήταν που ήρθα αντιμέτωπη για πρώτη φορά τόσο κοντά με τη πλευρά των "οραμάτων" της... Τυχαία ίσως πήρε το αυτί μου κάτι ανεπαίσθητους ψιθύρους που έρχονταν απο το δωμάτιο της, για να καταλάβω με ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό φρίκης πως η γιαγιά αν και ξαπλωμένη με τα μάτια κλειστά δεν κοιμόταν, αλλά "συνομιλούσε".
Συνομιλούσε με τους δικούς της νεκρούς, τον Μήτσο, τον παππού, τη Κική, τον αδελφό της..., αν όχι με τη Παναγία και λοιπούς αγίους, εξιστορώντας τους όχι μονο πράγματα απο τα παλιά αλλά και τη σύγχρονη επικαιρότητα, όπως το πόσο μπορεί να τη σύγχυσε η νύφη της... Και σ' αυτές τις συνομιλίες της, η εικόνα της μειλίχιας συνήθως σταθερά τρυφερής γιαγιάς, αποσχίστηκε για να εμφανιστεί μια γυναίκα με τόσα απωθημένα και τόσο θυμό, και απέραντα οργισμένα "γιατί", καθώς εξιστορούσε σε κάθε έναν από αυτούς τα παραπόνα και τις αδικίες μιας ζωής, με μια γλώσσα που έβγαζε όχι μόνο αυτά τα φλογερά πάθη, αλλά και μια βορβορώδη αδίστακτη λάσπη υπό της μορφή μιας τόσο εξεζητημένης ύβρης που οι λιμενεργάτες θα κοκκίνιζαν από ντροπή αν την ακούγαν!
Λέγεται ότι τα λόγια του "ξεματιάσματος" περιέχουν και κάποιες βωμολοχίες για να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα, και ήξερα ότι η γιαγιά όταν μας ξεμάτιαζε, πάντα με απόλυτη επιτυχία, ψιθύριζε κάτι βρωμοκουβέντες, αλλά ποτέ δεν περίμενα ν' ακούσω απο το στόμα της τόσο πλούτο, λόγια που ήταν αδύνατον να συγκρατήσω καθώς χαθήκαν μέσα στην ίδια μου την έκπληξη και την απορία.
Η γιαγιά έζησε αρκετά για να δει και τον πατέρα μας που ήταν ο αγαπημένος της να πεθαίνει άπο κακιά αρρώστια, και να μάθει και για το χαμό της μεγάλης, της αντιπάλου της, της 65χρονης τότε Λιλής από άσθμα, εκεί μακριά στα ξένα. Είδε το ένα σπιτάκι της να περνά απευθείας στα εγγόνια αντί στα παιδιά..., αυτό το υπέροχο σπιτάκι που στους σεισμούς του 81 και εκείνους του 99, μας έδωσε καταφύγιο μέχρι να περάσει ο πολύς ο κίνδυνος...
Όταν ο πατέρας μου πέθανε, της υπολείπονταν ακόμα μια δεκαπενταετία περίπου ζωής, στη διάρκεια της οποίας σταδιακά εξασθένησε τελείως η ήδη βεβαρημένη επιλεκτική ακοή της, όμως και η όραση της, αφού πρώτα έχασε από έρπη, συνέπεια της στεναχώριας της το ένα μάτι, και μετά σιγά σιγά και το άλλο.
Επίσης την άφηνε και το σώμα της, κι εκείνη που στα 80 της χρόνια ανέβαινε σε καρέκλες για να πλύνει τα ντουλάπια, πλέον έχανε την ισορροπία της και ήταν μεγάλος ο κίνδυνος να πέσει και να σπάσει κάτι.
Τα πρώτα χρόνια την είχαμε στο σπίτι και τη φροντίζαμε. Δεν δεχόταν τη φροντίδα με χαρά, ήταν χολωμένη και παράξενη πια, και επέμενε τυρρανικά στη τήρηση του προγράμματος της, έστω κι αν αυτό σήμαινε μια πολύ απαιτητική στάση. Ωστόσο δεν θέλαμε να την αφήσουμε μόνη, εμείς τα εγγόνια αλλά και η μάνα μου από μια αίσθηση χρέους απέναντι στο "γήρας" όπως έλεγε... Χειροτέρευε όμως, χωρίς ποτέ να είναι άρρωστη πραγματικά, απλά γερνούσε. Έτσι κρίθηκε αναγκαίο να τη πάμε σε ένα γηροκομείο όπου θα μπορούσε κάποιος να είναι πρακτικά κοντά της συνεχώς, κάτι που ήταν αδύνατο στο σπίτι μας, αφού λείπαμε αρκετές ώρες κάθε μέρα.
Η ατυχία της ήταν ότι ποτέ δεν την άφησε η οξύτητα του πνέυματος της. Ο χρόνος τη φυλάκισε σε μια τρομερή φυλακή σιωπής και μοναξιάς, όπου ούτε να δει μπορούσε, ούτε να μιλήσει. Δεν είχε επαφή με ανθρώπους πια παρά μέσω της αφής, δεν είχε τη ψεύτικη παρηγοριά, τη διασκέδαση πες, του ραδιοφώνου ή της τηλεόρασης, ούτε ενός βιβλίου όπως συνήθιζε.
Μόνη συντροφιά απόμειναν ο ολοένα αυξανόμενος αριθμός των πνευμάτων με τα οποία μέχρι τέλους συνομιλούσε...
Τις φορές που πήγαινα και την έβλεπα , μίλαγε πια εκείνη. Πιανόμασταν χέρι χέρι εκεί, στο κρεβάτι της και έλεγε πάλι όπως παλιά ιστορίες, για τον ερχομό του θανάτου όμως πια, "είδα τον πατέρα σου με ένα λευκό πουκάμισο, πεντακάθαρο, λουσμένο στο φώς, θα σε πάρω κοντά μου σε λίγο μανούλα μου", μου έλεγε...
Γεννημένη το 1900, έσβησε πλήρης ημερών στα 105, ήσυχα στον ύπνο της. Στη κηδεία της ήταν όμορφη σαν γιαγιά από πορσελάνη και αποτελεί φαινόμενο σχεδόν μεταφυσικό το πώς όλη αυτή η ασχήμια της νιότης της μετουσιώθηκε στην ασύλληπτη γλύκα των γηρατειών της...
Εμμονες
αντίφαση,
γαστρονομία,
θάνατος,
μεταφυσικό,
σεντόνι,
φωτογραφία
Παρασκευή, 30 Νοέμβριος 2007
Τετάρτη, 28 Νοέμβριος 2007
Fakes.
Όταν ήμουν μικρή σιχαινόμουν τις φακές. Γυρνούσα από το σχολείο, χειμώνα καιρό, με το κρύο να μου τρυπάει τα κόκαλα , πεινασμένη αφάνταστα και με μια αίσθηση προσμονής του "ποιός ξέρει τι θα φάμε σήμερα...". Μπορούσα να περιμένω χίλια δυό πράγματα, αλλά στο άκουσμα ορισμένων φαγητών - βλέπε φακές, ήταν δεδομένο ότι η αντίδραση μου ήταν να κάνω μεταβολή και να πάω στο δωμάτιο μου, δηλώνοντας ότι "εγώ, δεν θα φάω σήμερα". Δεν είχε απολύτως κανένα νόημα να αρχίσω να χτυπιέμαι ότι δεν μου αρέσουν οι φακές και θέλω άλλο φαγητό, όπως και για τους δικούς μου δεν είχε νόημα να προσπαθήσουν είτε με το καλό είτε με το άγριο να πιέσουν το κακομαθημένο κοριτσάκι τους να φάει τις φακές του... Καρατσεκαρισμένο. Το να μείνω νηστική ήταν ο πλέον ανώδυνος και αποτελεσματικός τρόπος να δείξω τις όποιες ενστάσεις μου.Άλλη μια τέτοια μέρα, - μίζερη μέρα της μαρμότας, γύρισα από το σχολείο για να ακούσω δια στόματος πατρός ότι σήμερα είχαμε λέει, "γαλλική σούπα".Η φαντασία μου άρχισε να εξάπτεται. Μπροστά μου ήρθε και προσγειώθηκε ένα πιάτο με ένα πηχτό μάλλον υγρό καφε - πορτοκαλί χρώματος και με ένα άρωμα που έσπαγε μύτες. Κρύωνα κιόλας, δεν χρειαζόμουν άλλα επιχειρρήματα, εντός λεπτών το είχα εξαφανίσει και ήθελα κι άλλο. Και μόνο μετά από αυτό το δεύτερο πιάτο, κι ενώ είχα φαγωθεί να μάθω τι ήταν αυτή η τρομερή γαλλική σούπα, ο φάδερ με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ύφος άφατης ικανοποιήσης μού ομολόγησε ότι ήταν φακές φυσικά. Αλεσμένες. Εννοείται ότι μου έπεσε το σαγόνι.
Εννοείται επίσης ότι από τούδε και στο εξής, το "φακές" δεν ισοδυναμούσε με απεργία πείνας...
Σήμερα, κάτι μέρες σαν τη σημερινή, που κάνει δυνατό κρύο, οι φακές είναι το μόνο φαγητό που πραγματικά λαχταράω. Με το καιρό όμως, ανέπτυξα μια δική μου βέρσιον για φακή και από αρκετά crush test που έκανα μεταξύ φίλων, πιστεύω ότι κάνει αυτό το ταπεινό όσπριο να παίρνει τη ρεβάνς σε επίπεδο γαστρονομίας...
Ιδού πως έχει το ξόρκι: Ψιλοκόβετε ένα μεγάλο κρεμμύδι και 4 -5 κολοκυθάκια μετρίου μεγέθους. Κόβετε επίσης στα 4 μια καλή δόση από μικρά λευκά μανιτάρια. Σωτάρετε στη κατσαρόλα τα κρεμμύδια μαζί με 2 κουταλιές της σούπας garam massala, 1μιση κουταλάκι curry madras, μισό κουταλάκι κύμινο και 3 φύλλα δάφνης. Προσθέστε κολοκύθια, μανιτάρια και τις φακές (που προηγουμένως τις έχετε μουλιάσει από βραδίς και τους έχετε ρίξει και ένα βράσιμο να έρθουν στα ίσια τους). Ρίχνετε νερό τόσο ώστε να σκεπάζει τις φακές και λίγο παραπάνω. Προσθέστε αρκετό αλάτι, 2 κουταλιές ντοματοπελτέ, και προαιρετικά ένα κύβο ζωμού κότας. Αφού πάρει μια πρώτη βράση, κατεβάστε τη φωτιά και αφήστε το να σιγοβράσει μέχρι να σωθεί λίγο το νερό και να πήξει η σούπα.
Δοκιμάστε την καυτή σε ένα μεγάλο μπωλ προσθέτοντας μια γερή κουταλιά στραγγιστό γιαούρτι στη μέση, (αλλά μην το ανακατέψετε, αφήστε το να δημιουργεί έναν υπέροχο γευστικό αντιπερισπασμό, κάθε φορά που το κουτάλι σας περνάει από κοντά του). Θα σας ανοίξει τη μύτη και θα σας ζεστάνει...;)
Δευτέρα, 26 Νοέμβριος 2007
How Odd Mr. Nerdrum...!

O Odd Nerdrum, είναι ένας Νορβηγός που ζωγραφίζει σαν τους παλιούς δασκάλους. Είναι αρκετά γνωστός στους χώρους της Τέχνης μολονότι το όνομα του δεν είναι από τα πιο ηχηρά. Αν όμως δεις ζωγραφική του, νομίζω ότι δύσκολα τον ξεχνάς.
Ο "παράξενος" Nerdrum σχηματίζει έναν γοητευτικά νοσηρό κόσμο, στο περιβάλλον ενός ονειρικού Μεσαίωνα. Είναι κάπως σκοτεινός, κάπως gothic, εσκεμμένα απόκοσμος, γεμάτος μεταφυσικά στοιχεία και συμβολισμούς. Σκεπτόμενη Νerdrum μου έρχονται στο μυαλό πράγματα όπως "μαγεία", "πανούκλα", "σημεια των καιρών", κλπ ανατριχιαστικά.
Δεν με πολυενοχλεί γιατί μ' αρέσει η δουλειά του, αν και καταφανώς δεν είναι ο καταλληλότερος καλλιτέχνης να βάλεις στη τραπεζαρία. Το βλέμμα σου δεν μπορεί να ακουμπήσει με νωχέλεια πάνω του ενώ μηρυκάζεις απολαυστικά ακόμα και το πιο φίνο των εδεσμάτων. Στη καλύτερη περίπτωση, το λιγότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να πάθεις μια δυσπεψία.

Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη δουλειά του kitsch και πιστεύει ότι θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται σαν kitsch καλλιτέχνης παρά ζωγράφος, αν και η έννοια του kitsch όπως τη χρησιμοποιεί αναφέρεται κυρίως στη τάση να θεωρείται πλέον ξεπερασμένη η ακαδημαική ζωγραφική, παρά σε αυτό που γενικότερα σημαίνει, δηλαδή το κακό γούστο.
Στα πλαίσια αυτής της άποψης έγραψε το "Μανιφέστο του Kitsch", βάσει του οποίου ο αντικειμενικός σκοπός του καλλιτέχνη δεν είναι η αυθεντικότητα αλλά η ένταση και η δυνατότητα να κάνει κανείς ζωγραφική που να είναι όσο το δυνατόν πιο άρτια ακαδημαικά. Μολονότι οι τεχνοκριτικοί και οι γκαλερίστες θα διαφωνούσαν μαζί του, τόσο για τις απόψεις του περί της δουλειάς του , όσο και για κείνες γενικότερα περί Τέχνης, αυτό δεν εμπόδισε τη δημιουργία ενός ας πούμε "ρεύματος" που ενστερνίζεται την ίδια φιλοσοφία, στο οποίο οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν προβάλλουν τη δουλειά τους σ' έναν ιστότοπο με το όνομα world wide kitsch.
Αν και γενικότερα δεν μου αρέσουν οι κατηγοριοποιήσεις ή το καπέλωμα της τέχνης κάτω από μία ομπρέλα, μ' αρέσει ο κόσμος που έχει φτιάξει, παραδέχομαι όμως επίσης ότι επειδή είναι τοξικός, θέλει ελεγχόμενες δόσεις... Πού και που ομολογώ ότι πετάγομαι μέχρι το δικτυακό του σπίτι, να πάρω μερικές εισπνοές.

Μια απλή αναφορά του ονόματος του σε μια μηχανή αναζήτησης, οδηγεί αμέσως στο site του, όπου μετάξυ των έργων του, βρίσκει κανείς και το περίφημο μανιφέστο και στα links τoν ιστότοπο των "αδελφών" καλλιτεχνών.
Αν όμως βαριέσαι να ψάχνεις...:www.nerdrum.com/
Σάββατο, 24 Νοέμβριος 2007
Pagan.

Την είχα μήνες να περιμένει πάνω στη πινακίδα μου, από κάτι σεμινάρια εικονογράφησης που έκανα πέρσι και που για διάφορους λόγους δεν ολοκλήρωσα. Αυτην την εικόνα και μερικές ακόμα.
Υποτίθεται ότι εικονογραφεί μέρος ενός παραμυθιού του Oskar Wilde με τίτλο "Ο ψαράς και η ψυχή του". Υπέροχο παραμύθι αλλά ειλικρινά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να διαλέξω κάτι δυσκολότερο...
Τέλος πάντων χθες δεν ξέρω τι έγινε, λυπήθηκα την εικόνα ή λυπήθηκα εμένα πιο πολύ, πήρα τα μολύβια μου και τη τελείωσα.
Χάρηκα (για) λίγο.
Είναι όμορφο πράγμα να βγαίνει από τα χέρια σου κάτι. Απλά ενώ κάποιοι γίνονται χαρούμενοι απλώς επειδή έβγαλαν κάτι, ένα σχέδιο, ένα μουσικό κομμάτι, μια φωτογραφία, μία τάρτα,...κάποιοι άλλοι χρειάζονται πάντα κάτι παραπάνω. Το "κάτι" τους δεν είναι ποτέ τόσο καλό για να δικαιολογήσει τη χαρά τους. Τουλάχιστον όχι για πολύ. Μάλλον ανήκω σε αυτή, τη δεύτερη κατηγορία.
Θέλω πολύ να ζωγραφίσω αυτόν το καιρό. Μία δασκάλα που αγαπούσα πολύ, μου έλεγε: "η ζωγραφική πρέπει να σε τραβάει σαν εραστής". Αυτό το συναίσθημα όσες φορές το ένιωσα, δεν μπορούσα να το χορτάσω. Το πρόβλημα ήταν ότι ο δικός μου "εραστής", έκανε σκατά σεξ.
Έχω δύο καμβάδες στα σκαριά. Δεν είμαι σε θέση να πω πόσο χρόνο θα μου πάρουν για να ολοκληρωθούν, άν τελικά ολοκληρωθούν και οι δύο. Έχω και πολλούς ημιτελείς. Καμιά φορά τους βγάζω στην επιφάνεια, τους κοιτάω. Καταλήγω σε δύο, άντε τρεις βία, που θα άξιζε ίσως να ολοκληρώσω. Όταν μπαίνω στη διαδικασία να σκεφτώ το "πως", με πιάνει απελπισία. Νιώθω ότι δεν μπορώ να τους συνεχίσω, μόνο και μόνο γιατί δεν είμαι πλέον αυτή που ήμουν όταν τους ξεκίνησα...
Ο καημός μου είναι ότι ξέρω σχέδιο, αλλά από ζωγραφική μάλλον έχω παραμείνει μιά άξεστη. Τουλάχιστον, μία φορά στις τόσες βγάζω κάτι που για λίγες μέρες με κάνει χαρούμενη.
Να μη πω ψέματα... Στο να τελειώσει κι αυτή η "ζουγραφιά", βοηθήσαν και οι καινούργιοι μπλογκοφίλοι. :)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

